Γυναίκα και μετανάστρια; Καλά να πάθεις…

Της Δανάης Φωτούλα
Η περσινή αθώωση των τεσσάρων μαθητών για το βιασμό συμμαθήτριάς τους στην Αμάρυνθο αποκάλυψε τη σκανδαλώδη ασυλία που απολαμβάνει, και σε θεσμικό επίπεδο, ένας ιδιότυπος εθνικο-σεξισμός. Ως ακραίο παράδειγμα σεξουαλικής βίας, ο βιασμός αποτελεί την άρνηση σε μια γυναίκα να είναι υποκείμενο ενός από τα σημαντικότερα δικαιώματα που διαμορφώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: του δικαιώματος να διαθέτει το σώμα της κατά βούληση. Το δικαίωμα αυτό αρνήθηκαν οι τέσσερις μαθητές της Αμαρύνθου στην 16χρονη συμμαθήτρια τους. Τρία χρόνια μετά το περιστατικό, ωστόσο, οι δράστες του βιασμού αθωώθηκαν από το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Χαλκίδας.
Η ιστορία της Αμαρύνθου, τόσο δηλαδή ο βιασμός όσο και η αναπάντεχη απόφαση του δικαστηρίου, έδειξε πόσο εδραιωμένες είναι οι έμφυλες και οι ρατσιστικές εθνικές διακρίσεις στο σχολείο και, κατ’ επέκταση, στην ελληνική κοινωνία. Φάνηκε, έτσι, ότι το σχολείο δεν αντικατοπτρίζει, απλά, δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας (εν προκειμένω: το αυταρχικό πρότυπο του ηγεμονικού ανδρισμού και το ρατσισμό), αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναπαράγει τα χαρακτηριστικά αυτά.
Το περιστατικό της Αμαρύνθου σόκαρε, εξέπληξε, εξόργισε. Γιατί όμως σοκαριστήκαμε, εκπλαγήκαμε, εξοργιστήκαμε; Δεν είναι άραγε μέσα στο σχολείο αυτό που η σεξουαλική βία, έστω με τη μορφή της λεκτικής βίας κατά των κοριτσιών, ασκείται και νομιμοποιείται καθημερινά ως φυσική τάξη των πραγμάτων; Δεν είναι στο ίδιο σχολείο που οι μαθήτριες μαθαίνουν όχι μόνο να ανέχονται, αλλά και να δικαιολογούν τέτοιου είδους συμπεριφορές («τα αγόρια έτσι μιλάνε» ή «τα αγόρια έχουν ορμές που δεν μπορούν να ελέγξουν»); Δεν είναι στην ελληνική κοινωνία του 2011 που επιβιώνει μια αντίληψη για τη γυναίκα ως σκεύος σεξουαλικής εκτόνωσης και μηχανής αναπαραγωγής – έστω και πιο «εκλεπτυσμένα» απ’ ό, τι παλιότερα;
Μπορεί η αντίληψη που θέλει τη γυναίκα «να είναι για το σπίτι» να θεωρείται πια παρωχημένη, όμως ο σεξισμός σε βάρος των γυναικών είναι διάχυτος -από τους χώρους δουλειάς και το σχολείο έως τους χώρους διασκέδασης-, για να μην αναφερθούμε καν στο ρόλο της όμορφης-γυμνής-ανόητης που προβάλλουν καθημερινά τα ΜΜΕ σε όλες τις ζώνες τηλεθέασης. Αλλά όσα συνέβησαν στην Αμάρυνθο δεν εξαντλούνται στην έμφυλη ταυτότητα δραστών και θύματος. Η 16χρονη κοπέλα δεν γνώρισε απλά το αποκρουστικό πρόσωπο μιας κοινωνίας όπου οι άνδρες εξακολουθούν να θέτουν τα όρια της ισότητας. Ο βιασμός, αλλά ακόμα περισσότερο η «κατανόηση» με την οποία τον αντιμετώπισε η «τυφλή» δικαιοσύνη, φανέρωσαν σε όλο του το μεγαλείο τον αγριανθρωπισμό σημαντικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη μετανάστρια. Μια κοινωνία αποδεδειγμένα δυσανεκτική και απρόθυμη να ενσωματώσει το «ξένο» στοιχείο, μια κοινωνία που στους μετανάστες και τις μετανάστριες εξακολουθεί να βλέεπει μια απειλή για την εθνική ταυτότητα, την κοινωνική συνοχή και το βιοτικό επίπεδο των γηγενών, μάλλον εύλογα καταλήγει να ανέχεται τη βία εναντίον τους, νομιμοποιώντας εκ των προτέρων ανάλογα μελλοντικά κρούσματα.
Ο σεξισμός και ο ρατσισμός, λοιπόν, δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, δεν αποτυπώθηκαν απλά στα τηλεπαράθυρα -όπου κάτοικοι της Αμαρύνθου καταλόγισαν στη μαθήτρια ότι «προκαλούσε τα παιδιά με τη συμπεριφορά της»-, αλλά θριάμβευσαν στην απόφαση ενός δικαστηρίου για μια υπόθεση βιασμού. Η γυναικεία ταυτότητα των θύματος ενεργοποίησε, έτσι, και σε θεσμικό επίπεδο, την ακαταμάχητη λογική σύμφωνα με την οποία το θύμα προκαλεί το δράστη – με το ντύσιμο, τη συμπεριφορά, αμφισβητώντας τον ανδρισμό του ή επιδεικνύοντας υπέρμετρη σεξουαλικότητα. Σε προηγούμενες αποφάσεις, η «λογική» αυτή απλώς υπονοούνταν. Στην περίπτωση της κοπέλας από την Αμάρυνθο, η ταυτότητά της ως γυναίκας και μετανάστριας έκανε περιττά ακόμα και νομικίστικα κατασκευάσματα που συνήθως επιστρατεύονται, και τελικά οδήγησε στην αθωωτική απόφαση για τους τέσσερις δράστες, προς δόξαν των θεωριών περί συνευθύνης.
Είναι χαρακτηριστικό –όσο και εξοργιστικό– ότι το δικαστήριο δεν έμεινε στη λογική της εξίσωσης θυτών και θύματος, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, κατηγορώντας την κοπέλα μεταξύ άλλων για ψευδορκία και ψευδή καταμήνυση, συμπορευόμενο με μια κοινωνία που την είχε καταδικάσει ήδη, ως γυναίκα και ως μετανάστρια. Μπορεί λοιπόν στην Ελλάδα να μη λιθοβολούμε τα θύματα βιασμού, αυτό όμως δεν μας απαγορεύει και να τα κατηγορούμε ως συνυπεύθυνα. Όσοι πέσαν από τα σύννεφα με τις προκλητικές περσινές δηλώσεις του γνωστού ζωγράφου, φαίνεται δυστυχώς ότι ζουν σε άλλη χώρα.
Η Δανάη Φωτούλα είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της δημοσιεύεται στο πλαίσιο του αφιερώματος του Red Notebook με αφορμή την Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών.
Advertisements
This entry was posted in αναδημοσιεύσεις, κείμενα συγκυρίας and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s