Είμαστε το 99% : Αμφισβητώντας το αμερικάνικο όνειρο

Είναι το κεντρικό και ίσως το πιο «πιασάρικο» σύνθημα του κινήματος του Occupy Wall Street: «Είμαστε το 99%». Στο μπλογκ όπου κάθε πολίτης που νιώθει μέρος αυτού του 99% της αμερικάνικης κοινωνίας ανεβάζει μια φωτογραφία με το μήνυμά του/της wearethe99percent. tumblr.com), μέλη του κινήματος εξηγούν τι ακριβώς εννοούν: «Δεν παίρνουμε τίποτα, ενώ το υπόλοιπο 1% παίρνει τα πάντα». Είναι όμως έτσι;
Το περιεχόμενο μιας πρόσφατης έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου των ΗΠΑ, μπορεί να μας δείξει σε γενικές γραμμές τι περίπου έχουν στο μυαλό τους οι ακτιβιστές στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.[1] Την περίοδο 1979-2007 το μέσο πραγματικό εισόδημα του πλουσιότερου 1% των αμερικάνικων νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 275%. Οι αντίστοιχες αυξήσεις ήταν κατά πολύ μικρότερες για τα υπόλοιπα εισοδηματικά στρώματα. Για παράδειγμα, τα εισοδήματα των νοικοκυριών που ανήκουν στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού αυξήθηκαν κατά μόλις 18%. Ως αποτέλεσμα, η συνολική «πίτα» του αμερικάνικου εθνικού εισοδήματος μοιράζεται πλέον πιο άνισα: το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών καρπωνόταν το 2007 το 17% του μετά φόρων πραγματικού εισοδήματος. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά  9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 1979, οπότε και ανερχόταν στο 8% του συνολικού εισοδήματος.
Φυσικά, η κύρια πηγή εισοδήματος για κάθε νοικοκυριό είναι η εργασία των μελών του. Αν περάσουμε λοιπόν από τα συνολικά εισοδήματα των νοικοκυριών στις αμοιβές των εργαζομένων, το συμπέρασμα για τη διαχρονική έκρηξη της ανισότητας στις ΗΠΑ παραμένει το ίδιο. Στοιχεία προερχόμενα από το έγκριτο The State of Working America του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής δείχνουν πως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η διάμεση πραγματική ωριαία αμοιβή (η αμοιβή δηλαδή που χωρίζει την κατανομή των μισθών στην οικονομία περίπου στη μέση, όταν όλοι οι μισθοί τοποθετηθούν σε σειρά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο).[2] Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι στα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια γνώρισαν συνεχείς πραγματικές αυξήσεις στις αμοιβές τους, κάτι που διεύρυνε το μισθολογικό χάσμα μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων εργαζομένων.
Πολλές εξηγήσεις έχουν δωθεί για αυτή την, κατά τον Πωλ Κρούγκμαν, εποχή της «μεγάλης απόκλισης».[3] Η εξέλιξη της τεχνολογίας που πλέον «ζητάει» και «αμείβει» πιο καλά τους εργαζόμενους με δεξιότητες σε σχέση με τους ανειδίκευτους, η μετανάστευση, το εμπόριο με τις χαμηλόμισθες χώρες της Ασίας και της Κεντρικής Αμερικής, είναι παράγοντες που έχουν προταθεί κατά καιρούς από διάφορους οικονομολόγους. Κανένας όμως από αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά το γιατί δεν παρατηρείται διαχρονικά τόσο μεγάλη αύξηση της ανισότητας στις, παραδοσιακά πιο εξισωτικές, χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης και γιατί είναι μόνο αυτό το προνομιούχο 1% που δείχνει να ξεφεύγει συνεχώς από τους υπόλοιπους. Εξωοικονομικοί παράγοντες που συνδέονται με την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, όπως η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και κεφαλαίου, η επίθεση στο εργατικό κίνημα και η συνεπακόλουθη μείωση στο μέγεθος και στην αποτελεσματικότητα του συνδικαλισμού στις ΗΠΑ, καθώς και η εγκαθίδρυση και διαιώνιση κοινωνικών νορμών που ανέχονται και προωθούν την ανισότητα, αποτελούν απαραίτητα συστατικά μιας ολοκληρωμένης εξήγησης του φαινομένου.
Μια πρώτη κριτική στα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, έχει να κάνει με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Στην πρόσφατη ύφεση (που επισήμως άρχισε στις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη του 2007 και τέλειωσε τον Ιούνη του 2009), σημαντικό μέρος του εισοδήματος του ανώτερου 1% εξανεμίστηκε, λόγω της καταστροφής κεφαλαίου, της μείωσης των αξιών των επενδύσεων κλπ. Αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα, εφόσον οι σχετικά πλουσιότεροι υφίστανται μεγάλες απώλειες εισοδήματος σε κάθε οικονομική κρίση. Ακριβώς γι’αυτό το λόγο συγκρίνουμε ίδια σημεία στον οικονομικό κύκλο (στην περίπτωσή μας, το 1979 και το 2007 αντιστοιχούν στις κορυφές των αντίστοιχων κύκλων) και παρατηρούμε τη μακροχρόνια τάση της ανισότητας, ξεχωρίζοντάς την από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις της. Παρόλο λοιπόν που η κρίση που διανύουμε είναι η χειρότερη στη μεταπολεμική περίοδο, αν οι ίδιες ιδεολογίες και πολιτικές των τελευταίων τριάντα χρόνων παραμείνουν κυρίαρχες, είναι απολύτως βέβαιο πως με το τέλος της κρίσης η ανισότητα στις ΗΠΑ θα επανέλθει στη μακροχρόνια αυξητική της τάση.
Ένα δεύτερο σημείο κριτικής θα μπορούσε να είναι πως οι οικογένειες (ή τα μέλη τους, σε ατομικό επίπεδο) που βρίσκονταν σε οποιοδήποτε εισοδηματικό κλιμάκιο το 1979, δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται στο ίδιο κλιμάκιο και το 2007. Με άλλα λόγια, σε χώρες τόσο άνισες όσο οι ΗΠΑ, μπορεί να υπάρχει σημαντική εισοδηματική κινητικότητα. Η λογική πίσω από αυτό είναι πως ευρύτερες εισοδηματικές διαφορές δίνουν το κίνητρο σε σχετικά φτωχότερους ανθρώπους να εκπαιδευτούν και να δουλέψουν περισσότερο ώστε να αυξήσουν τα εισοδήματά τους και να μπορέσουν επιτέλους να έχουν όλα όσα από μικροί ονειρεύονταν. Αυτό άλλωστε δεν είναι το περίφημο «Αμερικανικό Όνειρο» που μας περιγράφουν τα παραμυθάκια του Horatio Alger Jr.;
Μια απλή ματιά όμως στη διαθέσιμη ερευνητική δουλειά καταρρίπτει αυτό το μύθο. Ο Dylan Matthews περιγράφει τα γενικά συμπεράσματα των σχετικών ερευνών σε μια σχετικά πρόσφατη δημοσίευση του σε μπλογκ της Washington Post.[4] Το πόσα χρήματα βγάζει ένας Αμερικάνος δουλεύοντας συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το πόσα βγάζουν ή έβγαζαν οι γονείς του. Μάλιστα, η συσχέτιση αυτή στις ΗΠΑ είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή που έχει εκτιμηθεί για άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Επιπρόσθετα, αυτό που χτυπάει στο μάτι πιο έντονα είναι πως οι πιο εξισωτικές σκανδιναβικές χώρες επιδεικνύουν μεγαλύτερη εισοδηματική κινητικότητα από τις ΗΠΑ. Απ’ ότι φαίνεται λοιπόν το «Αμερικάνικο Όνειρο» παραμένει ένα όνειρο, σε αντίθεση με το «Νορβηγικό» ή το «Σουηδικό» που πραγματοποιούνται σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις μας αποκαλύπτουν και τα όρια της ισότητας ευκαιριών, της αξίας που προωθούν και οι εγχώριοι κεντροαριστεροί και εκσυγχρονιστές σε αντιδιαστολή προς τηνισότητα αποτελέσματος. Η εκπαίδευση και η αξιοκρατία αποτελούν αμφίβολης αποτελεσματικότητας πολιτικά και ηθικά προτάγματα απέναντι στις θεμελιώδεις ασυμμετρίες αγοραίας και, κυρίως, πολιτικής ισχύος που προκαλούν τις εισοδηματικές ανισότητες, αλλά και απορρέουν από αυτές. Σε μια ελληνική οικονομία και κοινωνία που, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ανήκει στην ομάδα των ανεπτυγμένων χωρών με τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα (μαζί με τις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης και τις υπόλοιπες Αγγλοσαξονικές χώρες), το αίτημα για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος αποτελεί, και πρέπει να αποτελεί, βασική αξία και αίτημα της Αριστεράς στον αγώνα της για την πραγματική ισότητα και την πραγματική δημοκρατία.

Ο Μιχάλης Βεληζιώτης είναι δρ οικονομικών του Πανεπιστημίου του Έσεξ.

Αναδημοσίευση από ενθέματα  αυγής.

Advertisements
This entry was posted in αναδημοσιεύσεις and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s