Το δημόσιο έλλειμμα σχεδιασμού για την πόλη

Του Κωστή Χατζημιχάλη
Όταν έσβησαν τα φώτα της Ολυμπιάδας του 2004, ήταν διάχυτη η ευφορία για την επιτυχία των αγώνων, για την ασφαλή διεξαγωγή τους και τη διεθνή προβολή της πόλης. Μόνο κάποιοι «μίζεροι», κυρίως από την Αριστερά, τόνιζαν ότι ο σχεδιασμός της πόλης για τους αγώνες δεν αντιμετώπιζε κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της καθημερινότητας στις γειτονιές και ότι το τεράστιο άμεσο οικονομικό κόστος και το ακόμη μεγαλύτερο έμμεσο κόστος χαμένων ευκαιριών λόγω των ολυμπιακών προτεραιοτήτων, θα ήταν δυσβάστακτα για τις επόμενες γενιές. Τρία χρόνια αργότερα, το 2007, ο κυρίαρχος λόγος για την πόλη και ειδικά για τις κεντρικές συνοικίες, αρχίζει σιγά-σιγά να μεταλλάσσεται. Εντοπίζονται «περιοχές-γκέτο» και άδεια κτίρια, διαπιστώνεται η μείωση των κατοίκων, περιγράφεται με απειλητικούς τόνους η παρουσία των ναρκομανών ή των «λαθρομεταναστών» και εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές φαινόμενα εγκληματικότητας και φόβου. Ο Δεκέμβρης του 2008 είναι η ημερομηνία-ορόσημο: έκτοτε κυριαρχεί η διαπίστωση ότι η πόλη -που πριν τέσσερα χρόνια αυτοδοξαζόταν- βρίσκεται τώρα σε βαθιά κρίση. Ξαφνικά, οι κυρίαρχες δυνάμεις του αστισμού διαπιστώνουν ότι το κέντρο της πόλης έχει αλλάξει, δεν ελέγχεται όπως πριν, έχει αλωθεί από αλλότριες δυνάμεις. Και μετά το 2009 αρχίζει η μακρά πορεία στο σκοτάδι της οικονομικής κρίσης, οπότε στα αρνητικά δεδομένα των προηγούμενων χρόνων προστίθεται και η σημερινή αρνητική συγκυρία.
Aρχισα από την Ολυμπιάδα γιατί εκείνη την εποχή θεμελιώνεται η αλλαγή στις προτεραιότητες του σχεδιασμού για την πόλη σε πλήρη αντίθεση με το ΡΣΑ του 1985 και το υφιστάμενο πολεοδομικό θεσμικό πλαίσιο. Ο σχεδιασμός για την πόλη χάνει σιγά-σιγά το δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε προτεραιότητες για την επιχειρηματική πόλη με στόχο την ενδυνάμωση του διεθνούς της ρόλου. Ο μέχρι τότε ισχνός ρυθμιστικός προγραμματισμός μετατρέπεται σε επιλεκτικές παρεμβάσεις για τα ολυμπιακά έργα οι οποίες εκ των υστέρων βαπτίζονται «στρατηγικού χαρακτήρα». Οι νέες πρακτικές καλύπτονται νομοθετικά με τους Ν.2730/99 και Ν.228/2001 οι οποίοι καταλύουν κάθε έννοια σχεδιασμού με κοινωνικό χαρακτήρα για το δημόσιο όφελος και εισάγουν έναν εκπτωχευμένο, βαλκάνιο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος μάταια προσπαθεί να μιμηθεί τη Βαρκελόνη μέσω ολίγου Καλατράβα.
Ο σχεδιασμός για τους ολυμπιακούς, λόγω των στόχων και των προτεραιοτήτων που είχε, άφησε εκτός ουσιαστικού ενδιαφέροντος το κέντρο της πόλης και τις άλλες «καθημερινές» γειτονιές, με εξαίρεση κάποιες παρεμβάσεις, όπως η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, η ανάδειξη μνημείων και η αναβάθμιση αρκετών ξενοδοχείων. Δεν είναι τυχαία η οριοθέτηση του «Χρυσού Ολυμπιακού Δακτυλίου» που έκρυβε την «άλλη» Αθήνα. Έτσι, άρχισε να συσσωρεύεται ένα δημόσιο έλλειμμα προγραμματισμού και σχεδιασμού για την πόλη -αντίστοιχο της ελλείμματος για τον περιφερειακό προγραμματισμό- με διπλή έννοια (α) γενικός θεσμικός περιορισμός του δημόσιου συμφέροντος και ανάδειξη του ιδιωτικού, και (β) ανεπάρκεια των δημόσιων παρεμβάσεων, όποτε υπήρξαν, ως προς κοινωνικό τους περιεχόμενο.
Τρία γνωστά αδιέξοδα
Τα ελλείμματα σχεδιασμού και ενδιαφέροντος για τα πραγματικά, καθημερινά προβλήματα της πόλης είχαν καλυφθεί για 14 χρόνια με «δάνεια» και «ομόλογα» από τη μέθη της ολυμπιάδας αλλά, όπως όλα τα ελλείμματα και τα δάνεια, κάποτε πρέπει να εξοφλούνται. Και όταν υπάρχει «αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων», όπως στην περίπτωση της Αθήνας, τότε η κρίση ξεσπά στους αδύναμους κρίκους, ένας απ’ αυτούς είναι το κέντρο της πόλης.
Ο κυρίαρχος λόγος υποστηρίζει ότι τα προβλήματα που εντοπίζονται στο κέντρο της πόλης οφείλονται μόνο ή κυρίως σε τοπικά αίτια, εντοπισμένα σε λίγες πλατείες, σε αρκετά οικοδομικά τετράγωνα, σε δυο-τρεις δρόμους. Στη συνέχεια οι προτάσεις στοχεύουν κυρίως στην αρχιτεκτονική και πολεοδομική ανάπλαση των αντίστοιχων ενοτήτων. Αναπαράγονται έτσι τρία γνωστά αδιέξοδα: η αναγωγή των κοινωνικών προβλημάτων σε φυσικά-χωρικά προβλήματα, η καταστολή αντί της πρόβλεψης και η αδιαφορία για τις σχέσεις της τοπικής κλίμακας με την υπόλοιπη πόλη, τη χώρα, ακόμη και με τις διεθνείς συνθήκες.
Ο κυρίαρχος λόγος και οι πολιτικές δυνάμεις που στηρίζει «βλέπουν» ως πρόβλημα μόνο ότι είναι ορατό και τους ενοχλεί, π.χ. τους άστεγους ως πρόβλημα «σε μια εορταστική πρωτεύουσα» και όχι την κρίση που δημιουργεί άστεγους. Τα προβλήματα του κέντρου είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικά και εκδηλώνονται σε πολλαπλές κλίμακες, από το τοπικό μέχρι το παγκόσμιο και η καταστολή τους ή οι αναπλάσεις που προτείνονται απλά θα μεταφέρουν το «πρόβλημα» σε άλλες περιοχές της πόλης, όπως έγραφε ο Ένγκελς ήδη από το 1887 για το Μάντσεστερ στο «Για το ζήτημα της Κατοικίας».
Τρία παραδείγματα
Θα εικονογραφήσω αυτές τις παρατηρήσεις με τρία παραδείγματα. Το πρώτο αφορά στα άδεια κτίρια του κέντρου που στέγαζαν δημόσιες υπηρεσίες. Σήμερα αντιμετωπίζονται ως τοπικό πρόβλημα ενώ είναι το αποτύπωμα των κυβερνητικών επιλογών μετεγκατάστασης με τη συνακόλουθη εγκληματική αδιαφορία για τις επιπτώσεις αυτής της μετεγκατάστασης. Μέχρι το 2009, 8 υπουργεία και μεγάλες κεντρικές υπηρεσίες έφυγαν από το κέντρο και μαζί με αυτές περίπου 4.000 – 5.000 εργαζόμενοι. Οι τελευταίοι ήταν συγχρόνως και καταναλωτές στα κεντρικά εμπορικά καταστήματα και πολλοί ήταν κάτοικοι του κέντρου. Μια μεσαία πόλη της περιφέρειας θα είχε καταρρεύσει αν είχε υποστεί αυτή τη φυγή, αλλά σήμερα οι προγραμματιστές αυτών των μετακινήσεων κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν και συνεχίζουν με τη μετεγκατάσταση του υπουργείου Οικονομικών από το Σύνταγμα.
Τα κτίρια παραμένουν κενά γιατί, εκτός από τη πτώση της ζήτησης, η συνολική «υποβάθμιση» του κέντρου λειτουργεί μακροπρόθεσμα υπέρ των ιδιοκτητών γης, οι οποίοι περιμένουν να αποσπάσουν υψηλότερα ενοίκια από ανακατασκευασμένα ακίνητα σε μια γειτονιά που θα αναπλαστεί. Δημιουργεί επίσης ευκαιρίες για μαζικές αγορές υποβαθμισμένων κτιρίων από επιχειρηματίες (βλ. Μεταξουργείο, Γεράνι, Πατησίων, Πειραιώς) με την προσμονή μελλοντικών υψηλών αποδόσεων. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «αξιοποίηση του χάσματος ενοικίου» και είναι μια διεθνώς γνωστή πρακτική των ιδιοκτητών γης οι οποίοι κρατούν κλειστά και ερειπωμένα τα κτίρια, συμβάλλοντας στην παραπέρα υποβάθμιση των κεντρικών περιοχών επιζητώντας αναπλάσεις και επιδοτήσεις από τις οποίες θα αποκομίσουν υψηλές υπεραξίες.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά στα κλειστά εμπορικά καταστήματα και γενικότερα την κρίση του εμπορίου μητροπολιτικού επιπέδου που είναι χωροθετημένο στο ιστορικό κέντρο. Μέχρι το 2009 η κρίση αυτής της κατηγορίας εμπορίου, σύμφωνα με ειδικές μελέτες, ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με την ανεξέλεγκτη δημιουργία μεγάλων πολυκαταστημάτων και εμπορικών κέντρων σε άλλες περιοχές της πόλης. Οι εταιρείες που τα κατασκεύασαν χρησιμοποίησαν τους ειδικούς νόμους για τα ολυμπιακά έργα για να ξεπεράσουν τους «περιορισμούς» των χρήσεων γης, του συντελεστή εκμετάλλευσης, της κυκλοφορίας και στάθμευσης και, τέλος, των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μια από τις μεγαλύτερες μεταπολεμικά αναδιαρθρώσεις του χώρου της Αθήνας συντελέστηκε από το ιδιωτικό κεφάλαιο στο διάστημα 1999-2008 χρησιμοποιώντας, παράνομα, το θεσμικό πλαίσιο για τα έργα δημόσιας ωφέλειας. Δημιουργήθηκαν 850.000 τ.μ. εμπορικών κέντρων από τα οποία 339.600 τ.μ. μόνο στο Μαρούσι, ενώ την ίδια περίοδο έκλεισαν το 18% των μαγαζιών στους κεντρικούς δρόμους του ιστορικού κέντρου και χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης
Το τρίτο παράδειγμα αφορά στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης. Όπως είναι γνωστό ο χώρος της Δημοτικής Αγοράς παρέμενε κλειστός για πολλά χρόνια με στόχο την κατεδάφιση του κτιρίου και τη δημιουργία πάρκιγκ. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και με συλλογικές διαδικασίες έκαναν ειρηνική κατάληψη, επισκεύασαν με δικά τους μέσα το κτίριο και δημιούργησαν ένα ζωντανό κύτταρο κοινωνικής και πολιτισμικής προσφοράς. Εκατοντάδες εθελοντές και εθελόντριες έχουν εργαστεί στα πέντε χρόνια λειτουργίας της για θεατρικές παραστάσεις, προβολές κινηματογράφου, για διδασκαλία ελληνικών σε μετανάστες, για συλλογικές κουζίνες και αγορά βιολογικών προϊόντων κ.α. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από ελληνικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια για εκδηλώσεις και ενημέρωση για τα προβλήματα της πόλης.
Η Αγορά λειτουργεί ως μια θετική πρόταση-απάντηση στην απραξία του Δήμου και της κυβέρνησης για τη γειτονιά, ως πρότυπο άμεσο-δημοκρατικών διαδικασιών. Και αυτό βέβαια ενοχλεί. Ο κυρίαρχος λόγος προβάλλει αφειδώς τον τελευταίο καιρό τους «Atenistas» ως υπόδειγμα θετικών στάσεων και δράσεων, αλλά πρωτοβουλίες όπως της Αγοράς τις αγνοεί ή τις θεωρεί παράνομες. Ο καθαρισμός από σκουπίδια και στη συνέχεια η φύτευση μικρών ιδιωτικών οικοπέδων από τους «Atenistas» είναι νόμιμες, θετικές ενέργειες, ενώ ο καθαρισμός και η λειτουργία για πέντε χρόνια ενός μεγάλου δημοτικού χώρου από τους πολίτες-δημότες είναι αρνητική πράξη αυθαιρεσίας. Η ταξική διάκριση μεταξύ θετικών και αρνητικών δράσεων από τον κυρίαρχο λόγο είναι κάτι παραπάνω από προφανής, μια διάκριση την οποία αποδέχεται και ο Δήμος με σκέψεις για «άλλες χρήσεις» της Αγοράς.
Στα δύο πρώτα παραδείγματα, τα άδεια και ανεκμετάλλευτα κτίρια και μαγαζιά είναι κυρίως το αποτέλεσμα κρατικών επιλογών, του ανταγωνισμού με τα εμπορικά κέντρα και της ιδιωτικής κερδοσκοπίας που αδιαφορούν για τη σημερινή υποβάθμιση. Στις προτάσεις που ακούγονται η έμφαση δίνεται στην «ωραιοποίηση» του κέντρου, αφήνοντας εκτός προβληματισμού τα κοινωνικά και καθημερινά λειτουργικά προβλήματα. Στο τρίτο παράδειγμα, οι πολίτες της Κυψέλης υλοποίησαν και αυτό-διαχειρίζονται μόνοι τους αυτό που έπρεπε να κάνει ο Δήμος εδώ και χρόνια. Είναι μια απάντηση με συλλογικό, κοινωνικό περιεχόμενο σε ένα υπαρκτό πρόβλημα της γειτονιάς, χωρίς επενδυτές και με χαμηλότατο κόστος. Όμως για τον κυρίαρχο λόγο η λειτουργία της Αγοράς της Κυψέλης -όπως και η δημιουργία του πάρκου Ναβαρίνου/Ζωοδόχου Πηγής/Χαρ. Τρικούπη- δεν αποτελεί αποδεκτή πρόταση αναβάθμισης του κέντρου, απλά δεν υπάρχει ή είναι παράνομη κατάληψη.
Στα πανεπιστήμια, στο ΕΜΠ και στο ΕΚΚΕ έχουν γίνει δεκάδες ερευνών για τις κεντρικές συνοικίες της Αθήνας που τεκμηριώνουν τα παραπάνω. Οι «Γιατροί του Κόσμου» λειτουργούν εδώ και χρόνια πολύ-ιατρείο στο κέντρο και μαζί με το Ίδρυμα Αστέγων του Δήμου, το Δίκτυο Υποστήριξης Μεταναστών και άλλες ΜΚΟ μιλούν για την «ανθρωπιστική κρίση» που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Θα ήταν χρήσιμο αυτούς/ες μαζί με τους πολίτες της Κυψέλης να συμβουλεύονται οι σχεδιαστές αντί να αναπαράγουν τα ελλείμματα σχεδιασμού που περιέγραψα συμβάλλοντας έτσι στη σημερινή κρίση.
αναδημοσίευση από Εποχή
Advertisements
This entry was posted in αναδημοσιεύσεις and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s