Από το μνημόνιο στην ανατροπή, σκέψεις για τις εκλογές

Το χρονικό της λιτότητας.
Οι πολιτικοί αναλυτές στα Μ.Μ.Ε. επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι στις 6 Μαΐου συντελέστηκε στο πολιτικό σκηνικό μία μεγαλειώδης ανατροπή, που συνίσταται στην ήττα του δικομματισμού στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί χώροι που τα τελευταία χρόνια μονοπώλησαν την άσκηση της εξουσίας, χάρη στο πελατειακό δίκτυο που κατόρθωσαν να δημιουργήσουν, την δυνατότητά τους να ενσωματώνουν κάποια αιτήματα των «από κάτω». Η ικανότητά τους αυτή (και ειδικά του ΠΑΣΟΚ) να οργανώνουν τη συναίνεση χρησιμοποιήθηκε από το 2009, προκειμένου να μεταφερθεί το κόστος της κρίσης στους εργαζομένους. Την αρχή έκανε η σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ, που αφού έκανε σύνθημα τη προεκλογικής της εκστρατείας την αυτάρκεια της Ελλάδας, στη συνέχεια προχώρησε σε μέτρα λιτότητας με το μνημόνιο του 2009. Ακολούθησαν οριακές υπερψηφίσεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος σταθερότητας και του πολυνομοσχεδίου, συνοδευόμενες από σκληρή καταστολή όσων διαδήλωναν εναντίον τους.
Στη συνέχεια έγινε κατανοητό, ότι με τη φθορά που είχε υποστεί η σοσιαλδημοκρατία δε μπορούσε πλέον να φέρει το βάρος των νέων μέτρων. Η ρητορεία της συλλογικής ευθύνης, η επιστράτευση του κοινωνικού αυτοματισμού ενάντια στους δημοσίους υπαλλήλους άρχισαν να χάνουν την πειστικότητά τους. Έτσι ήταν πλέον αναγκαία και η συμμετοχή της μέχρι πρότινος «αντι-μνημονιακής» Νέας Δημοκρατίας, για τη νεοφιλελεύθερη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας. Ειδικά η νεολαία βρέθηκε με μεγάλη ένταση στο στόχαστρο αυτής της επίθεσης: στο ζοφερό τοπίο που  διαμορφώθηκε με μέτρα όπως η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, η περικοπή κάθε κοινωνικού μισθού, η διάλυση του κοινωνικού κράτους το ξεπούλημα δημόσιου πλούτου και οι ιδιωτικοποιήσεις, η ελαστική/ανασφάλιστη εργασία και η ανεργία έγιναν ο κανόνας. Τελευταίο κατόρθωμα της συγκυβέρνησης του μνημονίου το λεγόμενο PSI, το κούρεμα δηλαδή του δημόσιου χρέους που απέληξε αισίως στην καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων και των αποθεματικών μιας σειράς δημόσιων φορέων (Πανεπιστημίων, νοσοκομείων κλπ.) που ως αποτέλεσμα είχε να επερωτάται στο άμεσο μέλλον η βιωσιμότητά τους.
Όχημα για την υλοποίηση αυτών των πολιτικών, ιδιαίτερα από τη στιγμή που κάτω από το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής το μέτωπο του μνημονίου έχασε κάθε κοινωνική νομιμοποίηση, αποτέλεσε ένα κράτος με χαρακτηριστικά εκτάκτου ανάγκης, που ως μόνη απάντηση σε κάθε παλλαϊκή διεκδίκηση είχε τους μηχανισμούς καταστολής, κρατικούς και παρακρατικούς,  συνεπικουρούμενους από το μηντιακό κατεστημένο, τους μηχανισμούς δηλαδή κατασυκοφάντησης των αγωνιζόμενων κομματιών του λαού. Ενός κράτους με αυτονομημένη, διογκωμένη και πλήρως απονομιμοποιημένη εκτελεστική εξουσία. Η διαμόρφωση αυτής της αυταρχικής κρατικής μηχανής πέρασε από μία διαδικασία δημιουργίας εσωτερικών εχθρών, ικανών να απειλούν την οικονομική ευμάρεια των Ελλήνων, την ιστορική συνέχεια του έθνους τους, ακόμη και την υγεία τους με στόχο τον αποπροσανατολισμό των υποτελών απ’ τους πραγματικά υπεύθυνους για τα προβλήματά τους. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εσωτερικών εχθρών βρέθηκαν στα πρόσωπο των μεταναστών/-στριών, καθώς και των εκδιδόμενων οροθετικών.
Μία προαναγγελθείσα ανατροπή;
Αρκεί όμως μία διαδικασία διαρκούς φτωχοποίησης, για να ριζοσπαστικοποιηθεί η συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας; Αρκούν τα τραγικά αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης για την ήττα των πολιτικών εκφραστών της;
Όσοι δίνουν καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις δομές αντίστασης που συγκρότησε η κοινωνία ενάντια στις πολιτικές λιτότητας. Η κατάρρευση του δικομματισμού και η εκρηκτική άνοδος της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι αποτέλεσμα μίας διαδικασίας όξυνσης των ανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας που ξεκινάει πριν ακόμα την είσοδο του μνημονίου στην πολιτική σκηνή. Ήδη από το 2008, ξεκινάει μία αλληλουχία γεγονότων που έκαναν ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας να στραφεί ξανά στην αριστερά, που για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.
Σε αυτή την αλληλουχία πρώτη πράξη είναι η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Οι αυθόρμητες μαθητικές διαδηλώσεις ήδη από την επόμενη μέρα, παρότι στην αρχή «κέρδισαν τη συμπάθεια» ακόμα και της κυβερνώσας τότε Νέας Δημοκρατίας, γρήγορα κατακεραυνώθηκαν με το πρόσχημα της βίας. Η αριστερά, αν και όχι σε όλες της τις εκφάνσεις, ήταν η μόνη που στήριξε και προσπάθησε να κατανοήσει τα κοινωνικά αίτια της εξέγερσης αλλά και να θέσει υλοποιήσιμους στόχους. Ο τρόπος που οι μαθητές οργανώθηκαν, ο πολιτικός λόγος των συντονιστικών αλλά και η εμπειρία της κρατικής καταστολής άφησαν το αποτύπωμά τους όχι μόνο στους νέους, αλλά και σε μία ολόκληρη κοινωνία που βρισκόταν στο κατώφλι της κρίσης.
Σειρά έχει η αντίσταση ενάντια στα νομοθετήματα της λιτότητας. Από την απεργία της πέμπτης Μαΐου, τη μέρα της ψήφισης του μνημονίου 1, μέχρι το κίνημα των πλατειών, οι δομές αντίστασης που συγκροτήθηκαν έμαθαν όσους μέχρι τώρα έμεναν αδρανείς να σκέφτονται διαφορετικά. Αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, ολιγόλεπτες τοποθετήσεις και ψηφοφορίες για κάθε ζήτημα δημιουργούσαν ξανά ένα δημόσιο χώρο προβληματισμού, μέσα από τον οποίο αρθρωνόταν ένας πολιτικός λόγος  ανυπακοής. Εκατομμύρια κόσμου πλημμύρισαν τους δρόμους και τις πλατείες όλης της Ελλάδας μετέχοντας σε μαχητικές γενικές απεργίες, στις 15 και στις 28-29 Ιουνίου, αργότερα στις 28 Οκτωβρίου βροντοφωνάζοντας «όχι» στις ασκούμενες πολιτικές όταν και επί της ουσίας κατέρρευσε η κυβέρνηση Παπανδρέου και πιο πρόσφατα, στις 12 Φεβρουαρίου, όταν ο λαϊκός παράγοντας εκφράστηκε και επέβαλε επί της ουσίας την προκήρυξη εκλογών.
Επιπλέον υπάρχει μία ολόκληρη σειρά από αγώνες στους οποίους κομμάτια της ελληνικής αριστεράς πρωταγωνίστησαν: Η απεργία των χαλυβουργών, η απεργία στο Alter και την Ελευθεροτυπία, το κίνημα «Δεν Πληρώνω», το κίνημα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του πάρκου στο ελληνικό, αλλά και η απεργία πείνας των 300 μεταναστών συνέβαλαν το καθένα με διαφορετικό τρόπο στη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων στην ελληνική κοινωνία και στην σταδιακή ανατροπή των συσχετισμών μέσα σε αυτή.
Μέσα από αυτή την κινηματική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό τα τελευταία χρόνια, οι εργαζόμενοι μπόρεσαν ξανά να εκφράσουν ένα πολιτικό λόγο με κύριους άξονες την αντίσταση στην επίθεση των συγκυβερνήσεων και την ανάδειξη ενός κόσμου αλληλεγγύης και πραγματικής δημοκρατίας. Το πιο κρίσιμο όμως χαρακτηριστικό αυτού του πολιτικού λόγου είναι ότι ήταν πλέον αδύνατον να ενσωματωθεί, αδύνατον να διαμεσολαβηθεί από το δικομματισμό στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο, αποτέλεσε την αιτία της πτώσης του, την αιτία της δημιουργίας ενός πολιτικού κενού στην Ελλάδα ενός κενού εξουσίας, αλλά και την αιτία της ανόδου της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Πέρα όμως από την πτώση του δικομματισμού και την άνοδο της αριστεράς το αποτέλεσμα των εκλογών της έκτης Μαΐου έχει και άλλο ένα χαρακτηριστικό. Την ραγδαία άνοδο της φασιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Η διαρκής πτώση του βιοτικού επιπέδου, η γκετοποίηση ορισμένων γειτονιών, ο θεσμικός πλέον ρατσισμός και σεξισμός, η συγκρότηση ενός αυταρχικού κράτους έκτακτης ανάγκης, η ανακάλυψη εσωτερικών εχθρών στο πρόσωπο των μεταναστών είναι λίγα μόνο από τα αίτια που οδήγησαν 21 νέο φασιστές στη βουλή.
Το πανεπιστήμιο στην κρίση.
Όπως είναι λογικό, η συνολικότερη κατάσταση δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο το Πανεπιστήμιο. Οι ανώτατες σπουδές φάνηκε να γίνονται μία επιλογή πολυτελείας για τα πιο φτωχά στρώματα τη στιγμή που οι χρονικότητες του φοιτητικού σώματος επιταχύνθηκαν βίαια, οξύνοντας τους ταξικούς φραγμούς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το παλιό μαζικό πανεπιστήμιο του «καθολικού ανθρώπου» της ελεύθερης κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης θέλησαν να διαδεχτεί ένα ταχύρρυθμο εκπαιδευτήριο. Ταυτόχρονα ο δημόσιος δωρεάν χαρακτήρας της παιδείας τέθηκε επ’ αμφιβόλω κάτω απ’ το ιστορικό χαμηλό ποσοστό του προϋπολογισμού για την παιδεία που οδήγησε σε περικοπές συγγραμμάτων, κλείσιμο εστιών, διακοπή παροχής σίτισης.
Ο νόμος Διαμαντοπούλου αποτέλεσε εδώ τον πολιορκητικό κριό των κυρίαρχων που επεδίωξαν να δημιουργήσουν ένα νέο πεδίο κερδοφορίας επιβάλλοντας αγοραίες ιδιωτοικονομικές λογικές στο πανεπιστήμιο αλλά και να παραγάγουν ένα νέο μοντέλο εργαζομένου, ευέλικτο, πειθήνιο και με κατακερματισμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού δρομολόγησαν την ολιγαρχικοποίηση της ακαδημαϊκής ζωής, καταργώντας επί της  ουσίας το αυτοδιοίκητο, τη συνδιοίκηση και το άσυλο. Υπολόγισαν όμως και πάλι χωρίς το μεγαλύτερο κομμάτι της εκπαιδευτικής κοινότητας, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες,
Η απάντηση του φοιτητικού κινήματος: Αντίσταση και Δημοκρατία.
Το κόμμα του μνημονίου υπερψηφίζοντας το νόμο Διαμαντοπούλου θέλησε να ξεμπερδεύει μια και καλή με το δημόσιο, δωρεάν, μαζικό και δημοκρατικό Πανεπιστήμιο. Δεν είχαν υπολογίσει όμως την δυναμική απάντηση της ακαδημαϊκής κοινότητας, που όπως με το μεγαλειώδες κίνημα του 2006/7 ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, έτσι και 5 χρόνια μετά κατάφερε ο νέος νόμος να μείνει στα χαρτιά. Το κίνημα του Σεπτέμβρη, με πάνω από 300 Σχολές κατειλημμένες σε όλη την Ελλάδα και τους φοιτητές διαρκώς στους δρόμους αποτέλεσε αγωνιστική παρακαταθήκη, για τη συγκρότηση Πρωτοβουλιών Αγώνα φοιτητών- καθηγητών – εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο που μέσα από διαδικασίες ανοιχτών συνελεύσεων και αποκτώντας μεγάλη μαζικότητα κατάφεραν να αναχαιτίσουν την εκλογή Συμβουλίων Διοίκησης (καθ’ υπαγόρευση του νόμου 4009) όπου κι αν αυτές επιχειρήθηκαν. Ας έχουμε βέβαια υπόψιν ότι αυτή είναι μια πρώτη, μικρή νίκη μέσα σ’ έναν διαρκή και αδιάκοπο πολιτικό αγώνα που έχουμε να δώσουμε για τη γενιά μας, στο όνομα της αξιοπρέπειας ολόκληρης της κοινωνίας.
Ωστόσο η απομαζικοποίηση των συλλογικών διαδικασιών φέρνει ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα της δημοκρατίας στο φοιτητικό κίνημα και μάλιστα πιο επιτακτικά από ποτέ. Επιτάσσει δηλαδή μία κατεύθυνση δημοκρατικής ανασυγκρότησης διαμορφώνοντας έτσι τις δομές εμπλοκής του φοιτητικού σώματος στις αποφάσεις ώστε να λαμβάνονται υπόψιν οι νέες συνθήκες στο πανεπιστήμιο και την κοινωνία, μπολιάζοντας τις παραδοσιακές δομές του φοιτητικού κινήματος με τα στοιχεία άμεσης δημοκρατίας που έφερε το «Σύνταγμα» στο προσκήνιο, αποσκιρτώντας απ’ το κυρίαρχο μοντέλο συνδικαλισμού κι επιδιώκοντας την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του φοιτητικού σώματος τόσο στις κοινές αποφάσεις, όσο και στην υλοποίησή τους.
Είναι επίσης αναγκαία όσο ποτέ η σύνδεσή του με το εργατικό και ευρύτερα λαϊκό κίνημα καθώς έχει δειχτεί ότι σ’ αυτή τη φάση της ταξικής σύγκρουσης μόνο ένα κίνημα που να θέτει συνολικό πολιτικό επίδικο μπορεί να φανεί αποτελεσματικό, άρα και νικηφόρο.
Στο δρόμο για τις φοιτητικές εκλογές:
γιατί να ψηφίσουμε;
Γιατί αυτές οι φοιτητικές εκλογές αυτές στη λογική των κυρίαρχων είναι οι τελευταίες που μας επιτρέπουν. Οι φοιτητικές εκλογές όμως δεν είναι ένα προνόμιο που μας παραχώρησαν και μπορούν να μας πάρουν πίσω, αλλά ένα δικαίωμα. Αλλά κυρίως γιατί παρά την ιδιαιτερότητα του κοινωνικού χώρου του Πανεπιστημίου, είναι αναγκαίο να μεταφερθεί και μέσα στις σχολές η απονομιμοποίηση και η αποτυχία του δικομματισμού, μέσα από την αποδυνάμωση των καθεστωτικών παρατάξεων (ΠΑΣΠ-ΔΑΠ). Η ήττα και μέσα στην νεολαία των πολιτικών εκφραστών της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού, των πολιτικών χώρων που οδήγησαν τον φοιτητικό συνδικαλισμό σε απόλυτη παρακμή  και που αντικαθιστούν συστηματικά την πολιτικοποίηση με πελατειακά δίκτυα είναι στη σημερινή συγκυρία πιο κρίσιμη από ποτέ.
γιατί να ψηφίσουμε Αριστερά;
Γιατί απέναντι στο μέτωπο του μνημονίου (ΠαΣοΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ-τραπεζίτες) και τους εκφραστές του μέσα στα πανεπιστήμια (ΔΑΠ-ΠΑΣΠ) υπάρχει ο κόσμος της αντίστασης, της ανυπακοής, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας. Υπάρχει ο κόσμος που συγκρότησε το φοιτητικό κίνημα του Σεπτέμβρη, που βρέθηκε στις πλατείες, που πήρε θέση πλάι στους έλληνες και ξένους εργαζόμενους. Επιπλέον, ειδικά για τη νομική, η στήριξη των αριστερών σχηματισμών αποτρέπει την αυτοδυναμία της ΔΑΠ, που θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη δημοκρατία μέσα στο φοιτητικό σύλλογο.
γιατί να ψηφίσουμε Αριστερή Ενότητα;
Γιατί η ΑΡιστερή Ενότητα συμμετείχε ενεργά στους μεγαλύτερους κινηματικού κόμβους και κυρίως στο φοιτητικό κίνημα του Σεπτέμβρη και στην Πρωτοβουλία για το Άσυλο και τους Μετανάστες. Γιατί είναι η συλλογικότητα εκείνη που προτείνει ένα μοντέλο συνδικαλισμού ριζικά αντιπαραθετικό προς το κυρίαρχο, προσπαθώντας διαρκώς με εναλλακτικές μορφές παρέμβασης (συζητήσεις, αντι-μαθήματα) να αναζωογονήσει ένα φοιτητικό συνδικαλισμό που βρίσκεται σε πρωτοφανή παρακμή.
Γιατί είναι η μόνη συλλογικότητα που αντιλαμβάνεται  την ενότητα της Αριστεράς στο σήμερα σαν αναγκαία προϋπόθεση για την ανατροπή και δουλεύει στην κατεύθυνση αυτή μέσα στους συλλόγους. Το πρόταγμα για την της πολυδιασπασμένης αριστεράς είναι επιπλέον μία απαίτηση του ίδιου του κόσμου, όπως φαίνεται και μέσα από τη στήριξη ενωτικών προσπαθειών στις εκλογές της έκτης Μαΐου. Αλλά η ενότητα αυτή δεν μπορεί να χτιστεί «από τα πάνω», με αποφάσεις ηγεσιών, αλλά μέσα σε κάθε αυτόνομο κοινωνικό χώρο, όπου τα δρώντα υποκείμενα θα μπορέσουν να ιεραρχήσουν την αναγκαιότητα της κοινής δράσης πάνω από τις διαφορές, θα μπορέσουν όχι να χειραγωγήσουν, αλλά αντίθετα να αφήσουν να αναπτυχθεί η πολλαπλότητα των ερμηνειών και των απόψεων, χωρίς θέσφατα και δογματικές αλήθειες. Γιατί η πραγματικότητα επιβάλλει την από τα κάτω συγκρότηση ενός μαζικού μετώπου νεολαίας που θα συνολικοποιήσει τις επιμέρους κοινωνικές αντιστάσεις και συνδεόμενο με το λαϊκό κίνημα θα δώσει τη μάχη της γενιάς μας.
This entry was posted in κείμενα συγκυρίας and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s