Για μια υπεράσπιση της Γενικής Συνέλευσης και της Κατάληψης

Για τη Γενική Συνέλευση
6B788BC7C5DFBAACE85C6DEB3B4BF4B0Η Γενική Συνέλευση είναι ένα από τα ελάχιστα ζητήματα που καταφέρνει να εγείρει κάπως τον κατά τα άλλα σπάνιο πολιτικό διάλογο μεταξύ των φοιτητών της Νομικής. Από τη διαπίστωση και μόνο αυτή φαίνεται η σημασία που έχει για τη ζωή του Φοιτητικού Συλλόγου. Τα επιχειρήματα που βάλουν όχι μόνο  κατά της ποιότητας της διαδικασίας αλλά και κατά της ίδιας της αναγκαιότητας ύπαρξης Γενικής Συνέλευσης των φοιτητών της σχολής είναι ναι μεν σεβαστά αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορούν να μείνουν αναπάντητα.
Το Πανεπιστήμιο οφείλει να είναι ένας ενεργός κοινωνικός χώρος και να μένει μακριά από λογικές απομόνωσης από τη κοινωνία και επανάπαυσης αποκλειστικά στην ασφάλεια μιας ακόμα περιχαρακωμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως αυτή του σχολείου. Έχοντας ως βάση την αξιολόγηση αυτή, επόμενο βήμα είναι να παραδεχτούμε πως η ύπαρξη μιας συλλογικής διαδικασίας, που θα εμπλέκει όλους τους φοιτητές της εκάστοτε σχολής, είναι απολύτως αναγκαία. Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτερο συλλογικό όργανο του εκάστοτε φοιτητικού συλλόγου και αποτελεί τη πιο συμμετοχική και δημοκρατική απάντηση  στο ερώτημα του ποιος χαράσσει τη δράση του, ιδανικά ενιαίου και μαζικού, σώματος των φοιτητών.
Επιπλέον, η όποια ένσταση απέναντι στην ‘νομιμότητα’ της Γενικής Συνέλευσης, ακόμα και αν μυωπικά παραβλέπει την αναγκαιότητα τακτικής διεξαγωγής της και τη λογική που στηρίζει την ύπαρξή της, αμελεί δύο πολύ βασικά επιχειρήματα που αντλούνται από τη πραγματικότητα. Πρώτον, παραβλέπει το γεγονός ότι οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης έχουν αντίκτυπο και εκτός των τοιχών της σχολής. Συγκεκριμένα, τα όργανα του Τμήματος και της Κοσμητείας αντιμετωπίζουν τις αποφάσεις αυτές ως υποστατές, δεν τις αμφισβητούν και ρυθμίζουν τη στάση τους με βάση το περιεχόμενό τους. Έτσι για παράδειγμα, όταν η Γενική Συνέλευση αποφασίζει κατάληψη του κεντρικού κτηρίου της σχολής, το Τμήμα και η Κοσμητεία δεν βγάζουν ανακοίνωση διάψευσης της απόφασης αυτής αλλά είτε ενημερώνουν για τη μη διεξαγωγή των μαθημάτων είτε προβαίνουν στο αυταρχικό μέσο του ‘lock out’ με αιτιολογικό την ύπαρξη ακριβώς μιας κατάληψης. Δεύτερον, ακόμα και αυτή η περιβόητη ‘αστική νομιμότητα’ προβλέπει το ‘αυτοδιοίκητο’ του Πανεπιστημίου. Αυτό σημαίνει πως η διοίκηση του Πανεπιστημίου ανήκει στους ανθρώπους που ζουν καθημερινά σ’αυτό, οι οποίοι για να την ασκήσουν θα πρέπει να προβούν στο σχηματισμό συλλογικών οργάνων. Πολύ βέβαια απέχει η αυτοδιοίκηση αυτή από την πραγματική αυτονομία και αυτοδιαχείριση που οραματίζεται η αριστερά για το Πανεπιστήμιο.
Λίγο πιο περίπλοκο είναι το ζήτημα των όρων υπό τους οποίους διεξάγεται η Γενική Συνέλευση. Η αλήθεια είναι πως η παρούσα διαδικασία όπως διαμορφώνεται στη πράξη απέχει πολύ από το να είναι ελκυστική για το μέσο φοιτητή. Αντιφατική είναι όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση  η συμπεριφορά των φοιτητών εκείνων που ενώ κατακρίνουν το τρόπο διεξαγωγής της συνέλευσης και εκφράζουν έντονη δυσφορία για τις αποφάσεις της, παράλληλα απέχουν συστηματικά από την εν λόγω διαδικασία . Η όποια διόρθωση στα κακώς κείμενα της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου μας δε μπορεί παρά να έρθει από τους ίδιους τους φοιτητές που συμμετέχουν στη διαδικασία και σε καμία περίπτωση δε θα πέσει ως μάννα εξ ουρανού στα χέρια του φοιτητικού σώματος.
Ο δρόμος για τη συνολική βελτίωση της διαδικασίας περνάει μέσα από ορισμένες μερικότερες αλλαγές. Καταρχάς θα πρέπει η συμμετοχή των φοιτητών να αυξηθεί κατά πολύ. Έπειτα είναι ζωτικής σημασίας οι ανεξάρτητοι φοιτητές να έχουν το θάρρος της γνώμης τους και να τοποθετούνται  στις συνελεύσεις κατεβάζοντας και συγκεκριμένες προτάσεις. Τέλος, έγκειται στο ίδιο το σώμα της Γενικής Συνέλευσης να παρεμβαίνει στη διαδικασία όταν αυτή παρεκτρέπεται.
Όσον αφορά, τώρα, το ζήτημα της περιβόητης  απαρτίας, αυτή διαμορφώνεται με βάση ποσοστό επί των φοιτητών που ψήφισαν στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται για πάρα πολλά χρόνια εθιμικά στις Γενικές Συνελεύσεις της Νομικής και έχει παγιωθεί. Αν και η κριτική απέναντι στη πρακτική αυτή βασίζεται γενικά σε λογικά επιχειρήματα, εντούτοις ο εθιμικός κανόνας είναι προτιμότερος από οποιοδήποτε καταστατικό που το περιεχόμενό του δε θα συνέχει τις διαφορετικές απόψεις  εντός του Συλλόγου και θα τοποθετεί την απαραίτητη απαρτία  σε τέτοιο επίπεδο ώστε να καθιστά πρακτικά αδύνατη τη λήψη συλλογικών αποφάσεων.
Για την Κατάληψη
Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι  φοιτητές έχουν συνδέσει τη κατάληψη στο Πανεπιστήμιο με την τεμπελιά και την ανάγκη για χάσιμο διδακτικών ωρών που αποτελούσαν τα κίνητρα για τις καταλήψεις των σχολικών μας χρόνων. Την συνειρμική αυτή αντίληψη έρχεται να ενισχύσει η κυρίαρχη αφήγηση, σύμφωνα με την οποία η κατάληψη αποτελεί μια παρακμιακή κατάσταση, που έρχεται να  διαταράξει την ομαλότητα της λειτουργίας του Πανεπιστημίου και επιβάλλεται από μια μερίδα παραστρατημένων νεολαίων.  Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που στήνουν, βασιζόμενοι στα συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης .
 Σκοπός της κατάληψης στο Πανεπιστήμιο είναι η γόνιμη παρέμβαση εκ μέρους των φοιτητών στην κατεστημένη, κάθετη εκπαιδευτική διαδικασία συνδυαστικά με την επιδίωξη κάποιων κεντρικών φοιτητικών αιτημάτων. Ζητούμενο είναι να μπορούμε να οργανώνουμε ζωντανές καταλήψεις μέσω των οποίων θα επανοικειοποιούμαστε  τον κοινωνικό μας χώρο (αυτόν του Πανεπιστημίου) και θα τον μετατρέπουμε από το κέντρο κατάρτισης των μελλοντικών φιλήσυχων και εργατικών υπαλλήλων, που έχει καταλήξει σήμερα, σε ένα πεδίο διαλόγου, συνδιαμόρφωσης απόψεων και τελικά συντονισμένης αντίστασης. Φωτεινό παράδειγμα για εμάς αποτελούν οι καταλήψεις που έλαβαν χώρα στο Παρίσι κατά το Μάη του ’68, όπου το φοιτητικό κίνημα συναντήθηκε στα κατειλημμένα  αμφιθέατρα με ριζοσπαστικούς διανοητές, όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, και στους δρόμους με το ξεσηκωμένο εργατικό κίνημα.
Σήμερα σε όλη την Ελλάδα, και ειδικότερα στη Νομική Αθηνών, υπάρχουν οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για τη γέννηση ενός κινήματος καταλήψεων. Κατά πρώτον, εκδηλώνεται για άλλη μια φορά μια ολομέτωπη υποβάθμιση των σπουδών μας αλλά και των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων. Από τη μία το σχέδιο Αθηνά και από την άλλη η ρύθμιση για τη μαθητεία στο νέο Κώδικα Δικηγόρων έρχονται να εξειδικεύσουν στη σχολή μας  τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εδώ και  τρία χρόνια επιβάλλονται πειραματικά στην κοινωνία. Κατά δεύτερον, τώρα όσο ποτέ είναι η ώρα να αντιστρέψουμε τη λογική του καριερισμού και του ατομικού δρόμου που κυριαρχούν στη σχολή μας και να οικοδομήσουμε συλλογικές αναπαραστάσεις που θα ξανακάνουν τη Νομική ζωντανό κοινωνικό χώρο.
Τέλος, πρέπει να  διευκρινίσουμε πως σε καμία περίπτωση δεν είναι ωφέλιμο να γίνεται κατάχρηση του μέσου της κατάληψης.  Και αυτό επειδή σκοπός μιας κατάληψης δεν είναι να εκφυλίσει ακόμα περισσότερο το ήδη υποβαθμισμένο επίπεδο σπουδών και να δημιουργήσει προβλήματα στους φοιτητές αλλά να προστατέψει τις κατακτήσεις του παρελθόντος και να δημιουργήσει όσο το δυνατόν ευνοϊκότερες συνθήκες για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση η συνολική και άκριτη απαξίωση μιας κατάληψης ματαιώνει τους αντίστοιχους αγώνες που έδωσε στο παρελθόν το φοιτητικό κίνημα (άρθρο 16, Δεκέμβρης του ’08, νόμος Διαμαντοπούλου)  και είναι σαν να υποστηρίζει πως οι φοιτητές βγήκαν ζημιωμένοι απ’αυτούς.
Advertisements
This entry was posted in κείμενα συγκυρίας. Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s