Οι περιπέτειες του νομοθέτη ενώπιον του ρατσισμού

Toυ Νίκου Παρασκευόπουλου

Ο ρατσισμός δεν ανήκει απλώς στα απόνερα του καπιταλισμού ή της οικονομικής κρίσης. Το θέμα δηλαδή δεν είναι ότι τώρα εμφανίστηκε η Χρυσή Αυγή, αλλά ότι το αυγό του φιδιού επωαζόταν από χρόνια. Γι’ αυτό, «ξαφνικά», τόσοι οπαδοί.

Ρατσιστική βία συναντάται στην προϊστορία και στην αρχαιότητα, όταν φυλές απέκλειαν και κατέστρεφαν άλλεςratsismos2_414x290 φυλές, στην Ευρώπη της φεουδαρχίας και ήδη στο αποκορύφωμα του ναζισμού, στη Βόρεια αλλά όχι εξίσου και στη Νότια Αμερική, στην Αφρική, στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και στα γκέτο. Το ζήτημα φυλετικών διακρίσεων βρίσκεται στον πυρήνα κι όχι στην περιφέρεια της πολιτικής. Τα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων συστημάτων εξουσίας ευνοούν τη μεταξύ ομοίων νομή και αναπαραγωγή της. Επομένως ευνοούν τον αποκλεισμό των ανομοίων, των αλλογενών, των Aλλων γενικά και ειδικά.

Το θέμα βρίσκεται βέβαια στο επίκεντρο των συζητήσεων, γι’ αυτό οι παραπάνω σκέψεις ίσως φανούν φλυαρίες. Τέλος πάντων, γράφτηκαν ως εισαγωγή σε μια βασική θέση: απέναντι στο μείζον θέμα των ρατσιστικών διακρίσεων, με τις ιστορικές και πολιτικοκοινωνικές του διαστάσεις, τα θεσμικά αναχώματα είναι μάλλον τα λιγότερο αποτελεσματικά. Αν η επίδρασή τους έχει κάποια σημασία, είναι όχι εξαιτίας των άμεσων συνεπειών τους, όσο χάρη σε μια ενδεχόμενη δυνατότητά τους να επηρεάσουν τα στερεότυπα συμπεριφοράς.

Για τους παραπάνω λόγους, ένα νομοσχέδιο με νέες διατάξεις για την καταστολή πράξεων ρατσισμού δεν μπορεί ούτε να αποτελεί μείζονα κοινωνική παρέμβαση, ούτε να είναι αμελητέο. Καθώς, μάλιστα, με βάση την πρόσφατη παλινδρόμηση, οι διατάξεις του δεν έχουν λάβει οριστικό χαρακτήρα ώστε να ασκηθεί ασφαλής κριτική θα περιοριστώ παρακάτω σε μια κεντρική ιδέα.

Πρώτα, με αρνητικούς όρους. Αν η προσπάθεια καταστολής του ρατσισμού επικεντρωθεί στην καταστολή του ρατσιστικού λόγου, το όποιο κέρδος θα είναι μικρό και το κόστος για την ελευθερία του λόγου δυσανάλογα βαρύ. Η καθεμιά νομική ρύθμιση είναι (ευτυχώς) εξισωτική και γενικεύσιμη, ο ποινικός έλεγχος του λόγου θα επεκταθεί έτσι αναπόφευκτα και σε άλλες περιοχές.

Προφανώς, ο ατομικός ρατσιστικός λόγος δεν έχει τη δραστικότητα του μαζικού – επικοινωνιακού. Γι’ αυτό, η οριοθέτηση του δεύτερου συνιστά ένα δημόσιο συμφέρον. Oμως η οριοθέτηση αυτή γίνεται αποτελεσματικότερα με κίνητρα και αντικίνητρα μέσω της Ανεξάρτητης Αρχής, παρά με το έσχατο όπλο των ποινικών κυρώσεων.

Αξιοσημείωτη αρνητική παράμετρος του ποινικού ελέγχου του ρατσιστικού λόγου είναι επίσης η διαδικαστική: το ποινικό ενδιαφέρον δικαιολογεί την ανάπτυξη μηχανισμών σάρωσης και επιτήρησης των δικτύων του λόγου, οι οποίοι είναι πρόσφοροι για κάθε είδους εναλλακτικές καταχρήσεις.

Η προσοχή λοιπόν πρέπει να επικεντρωθεί στον ρατσιστικό ακτιβισμό. Στη δράση κι όχι στο λόγο, ούτε στη μάταιη διερεύνηση κινήτρων και διαθέσεων. Κατ’ αρχάς, η αναγνώριση μιας αντικειμενικής ρατσιστικής διάκρισης κατά την άσκηση μιας πράξης βίας, αυτή ασφαλώς μπορεί να αποτελεί έναν όρο επιβάρυνσης των ποινών.

Eνα βήμα παραπάνω, όμως, πέρα από τη διέγερση ή την πρόκληση τρίτων σε ρατσιστικό ακτιβισμό, θα ήταν κοινωνικά περισσότερο αισθητό. Το βήμα αυτό είναι η ποινικοποίηση (με πλημμέλημα) της ίδιας της δημόσιας τέλεσης ρατσιστικών πράξεων. Η δημόσια τέλεση ορισμένων πράξεων ήδη σήμερα κατά την ποινική νομοθεσία τιμωρείται, λόγων των παραγόμενων κινδύνων διάχυσης της στάσης. Αν όμως ανησυχεί η δημόσια τέλεση μιας ερωτικής πράξης, επειδή κι άλλοι μπορεί να παραδειγματιστούν και να κάνουν έρωτα, γιατί δεν τρομάζει η επίθεση κατά αλλοδαπών πωλητών σε λαϊκές αγορές, η προσφορά αίματος για καθαρούς συνέλληνες ή η προσφορά τροφής μόνο σε ομοαίματους; Οι δραστηριότητες αυτές εξοικειώνουν με την ιδέα ότι ο μη ομόαιμος δεν είναι άξιος να θεραπεύεται ή να τρώει και προτείνουν έμπρακτα και σε άλλους την ίδια στάση: Στάση μισαλλοδοξίας, απέχθειας προς τη δημοκρατία (που θέλει όποιους βρίσκονται στον κοινό τόπο να έχουν ίσα δικαιώματα), έχθρας προς το δόγμα της αγάπης προς τον πλησίον.

Δεν χρειάζεται βαριά, αλλά μια ελαφριά κύρωση, ικανή συμβολικά να λειτουργεί ως δημοκρατική και κοινωνική καταδίκη. Στην αξιολογική κλίμακα των εγκλημάτων, η ρατσιστική πρακτική υπερβαίνει σε βαρύτητα πολλά από τα διαρκώς πολλαπλασιαζόμενα εγκλήματα, που επιχειρούν τον έλεγχο των πλειοψηφιών για εξαναγκασμένες από τις συνθήκες συμπεριφορές (φοροδιαφυγές μικρής κλίμακας, απείθειες κ.λπ.).

Τελικά, ο ποινικός έλεγχος διαθέτει –όχι μηδενική αλλά– ελάχιστη ισχύ απέναντι σε ένα κοινωνικό–ιστορικό μέγεθος όπως ο ρατσισμός. Το βασικό ανάχωμα κατά του ρατσισμού ήταν ανέκαθεν η δημοκρατία, όχι η τυπική, αλλά η ουσιαστική. Στο τελευταίο βιβλίο που άφησε πριν φύγει ο E. Hobsbawm («Θρυμματισμένοι καιροί») αναφέρεται στις ανεπάρκειες των πολιτικών συστημάτων που ταύτισαν τη δημοκρατία με την καθολική ψήφο και την αντιπροσωπευτικότητα.

Η δημοκρατία χρειάζεται την παιδεία της, τον πολιτισμό και την αδιάκριτη πρόνοια υπέρ των αδυνάτων. Αυτά ακριβώς τα θεμέλια, που κλονίζουν οι μπουλντόζες του νεοφιλελευθερισμού, αποτελούν το μόνο ανθεκτικό οχυρό κατά της βαρβαρότητας.

 *Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Πηγή: Rednotebook

Advertisements
This entry was posted in αναδημοσιεύσεις and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s