Κείμενο απόφασης της παναθηναϊκής συνέλευσης των σχημάτων της Αριστερής Ενότητας

Μέσα σε ποια συγκυρία συζητάμε

Εδώ και έξι χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες και θύματα της πιο βίαιης επίθεσης που έχουν γνωρίσει οι υποτελείς εδώ και δεκαετίες. Αυτό το σχέδιο έρχεται να κάνει την κρίση του καπιταλισμού ευκαιρία για τους κυρίαρχους, να δημιουργήσει έναν νέο συσχετισμό δύναμης και να εισάγει μια νέα κανονικότητα η οποία ουσιαστικά περιγράφεται σαν ένα παιχνίδι για δυο αλλά με έναν παίκτη, στο οποίο τους κανόνες ορίζει ο ένας κατά το δοκούν ενώ όλοι οι υπόλοιποι καθίστανται πιόνια στη δική του σκακιέρα Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, πρόκειται για τα πιο τρελά όνειρα του τελευταίου νεοφιλελεύθερου. Η σκιαγράφηση αυτού του σχεδίου μπορεί να γίνει στα εξής σημεία: πρόκειται για το σχέδιο της εσωτερικής υποτίμησης το οποίο στοχεύει στην καταστρατήγηση κατακτήσεων δεκαετιών, στη διάλυση των δικαιωμάτων μας και δη των εργασιακών σχέσεων όπως είχαν διαμορφωθεί όλο το προηγούμενο διάστημα . Αυτή η πολιτική στοχεύει προνομιακά σε εμάς και αξιώνει να μας καταστήσει μια χαμένη γενιά, μια γενιά η οποία δεν θα έχει αναπαραστάσεις νίκης και θα μάθει “με τον καλό ή με τον κακό τρόπο” να ζει χωρίς κανένα δικαίωμα, ενώ παράλληλα η κατάσταση της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας και της ανεργίας γίνεται η νέα κανονικότητα.

Παράλληλα, στο διεθνές σκηνικό, η εικόνα, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, είναι γεμάτη πολέμους και εξαθλίωση εξαιτίας της σύγκρουσης που πραγματοποιείται αυτή τη στιγμή μεταξύ των διαφορετικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων αλλά και αξιοσημείωτων αντιστάσεων όπως εκείνη των Κούρδων ανταρτών και ανταρτισσών στο Κομπάνι, ενώ εξαιρετικά ανησυχητική πρέπει να θεωρηθεί η άνοδος των φασιστικών-ναζιστικών κομμάτων σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, με αποκορύφωμα την κατάσταση στην Ουκρανία.

Επομένως δεν πρόκειται για μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία θα περάσει κάποια στιγμή αλλά για ένα σύνολο κανόνων οργάνωσης της καθημερινότητας, για ένα νέο υπόδειγμα οργάνωσης της κοινωνίας το οποίο έρχεται να επιβληθεί με βίαιο τρόπο από τα πάνω. Στα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής μπορεί να επισημανθεί η ανθρωπιστική διάσταση αυτής της κρίσης, δηλαδή το μεγάλο κοινωνικό τίμημα των μνημονίων. Αυτό γίνεται εμφανές στη διάλυση του κοινωνικού κράτους , όπου βλέπουμε την επίθεση στην υγεία, την παιδεία, και ευρύτερα στο κομμάτι των κοινωνικών παροχών.

Μέσα στα τελευταία αυτά χρόνια, ωστόσο, έχουμε δει πολύ ισχυρές αντιστάσεις τόσο διεθνώς όσο και μέσα στον ελληνικό χώρο. Διεθνώς, είδαμε την εξέγερση του αραβικού κόσμου στην «Αραβική Άνοιξη», το κίνημα αντίστασης που εκφράστηκε και με τις πλατείες το 2011 σε πολλές χώρες τις Ευρώπης, αλλά και το κίνημα «Occupy» με αντίστοιχα χαρακτηριστικά στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα ζήσαμε ισχυρούς κεντρικούς αγώνες με πάνω από 30 γενικές απεργίες, αλλά και μαχητικότατους επιμέρους αγώνες, όπως αυτός των 300 μεταναστών απεργών πείνας, ή αυτοί στη Χαλυβουργία, στην ΕΡΤ, στις Σκουριές, στην υγεία, στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, των καθαριστριών στο Υπ. Οικονομικών, αλλά και σε πάρα πολλούς άλλους χώρους.

Το τελευταίο διάστημα οι πολιτικές εξελίξεις ήταν πολύ έντονες επίσης. Καθώς το καθεστώς έκτακτης ανάγκης αποκτά χαρακτηριστικά μονιμότητας, βαθαίνει η εξαίρεση ολοένα και περισσότερων κοινωνικών ομάδων από τον κοινωνικό ιστό, με αποτέλεσμα εκείνοι και εκείνες που αποκλείονται από κάθε είδους δικαίωμα να φτάνουν στο σημείο να θέσουν ως οδόφραγμα το ίδιο τους το σώμα, μέσω ακόμη και της απεργίας πείνας προκειμένου να γίνουν ορατοί και να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Την τελευταία περίοδο έλαβαν χώρα δύο τέτοιοι μεγάλοι αγώνες. Αφενός εκείνος των Σύριων προσφύγων πολέμου που ζητούν την αναγνώρισή τους ως θύματα ενόπλων συρράξεων και οι οποίοι υπέστησαν την κρατική καταστολή όταν ξημερώματα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ΜΑΤ, καθώς το κράτος συνεχίζει την ακροδεξιάς έμπνευσης πολιτική του στο μεταναστευτικό. Αφετέρου οι 31 ημέρες απεργίας πείνας του Νίκου Ρωμανού και το κίνημα αλληλεγγύης στον αγώνα του που μέσω διαδηλώσεων και καταλήψεων στόχο είχε όχι μόνο το δικαίωμα στη μόρφωση αλλά και την ανάδειξη των ζητημάτων που θέτει ο περαιτέρω κοινωνικός αποκλεισμός των κρατουμένων υπό το καθεστώς του νέου σωφρονιστικού κώδικα και των κελιών τύπου Γ. Η νίκη του αγώνα αυτού έχει μια ιδιαίτερη σημασία, καθώς είναι η πρώτη μετά από αρκετό καιρό που κατάφερε να κάμψει τη σκληρή και οριακά δολοφονική στάση της κυβέρνησης και να την κάνει να υποχωρήσει, δίνοντας νέα πνοή στο κίνημα

Η κυβέρνηση μπορεί να υποχώρησε στην περίπτωση του Νίκου Ρωμανού, για να προχωρήσει, όμως, στη συνέχεια σε επίσπευση της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, με στόχο να πετύχει την απαραίτητη «πολιτική σταθερότητα» που θα της εξασφαλίσει την εγκυρότητα που χρειάζεται στα μάτια της Τρόικας και της ΕΕ, ώστε να «διαπραγματευτεί» νέα λιτότητα και νέα εξαθλίωση για το λαό. Παίρνει μάλιστα το ρίσκο να το κάνει αυτό τη στιγμή που είναι αρκετά πιθανό το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους για να εκλεγεί ΠτΔ, πράγμα που σημαίνει ότι θα ακολουθήσει διάλυση της Βουλής και νέες βουλευτικές εκλογές. Κάτι τέτοιο ένα μόνο καθήκον βάζει σε εμάς, αυτό της αντίστασης και της δημιουργίας ενός κινήματος ανατροπής αυτής της κυβέρνησης, ώστε να σταματήσει η λιτότητα και να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε όλα όσα μας στερούν.

Η επίθεση στο πανεπιστήμιο

Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα και σε πλήρη συμφωνία με την κοινωνική και εργασιακή επίθεση των κυβερνήσεων, οι κυρίαρχοι προσπαθούν να επιβάλλουν το σχέδιο τους για το πανεπιστήμιο. Αυτό το σχέδιο, είναι η οικοδόμηση ενός “άλλου” πανεπιστημίου, πλήρως εναρμονισμένου στις ανάγκες της αγοράς, το οποίο θα λειτουργεί ως επιχείρηση, θα αναζητά το ίδιο τους πόρους λειτουργίας του και θα δέχεται ιδιωτική χρηματοδότηση, όποτε αυτό είναι δυνατό. Ένα πανεπιστήμιο το οποίο θα δημιουργεί εργαζόμενους χωρίς ενιαία πτυχία, αλλά αποφοίτους με διαφορετικές δεξιότητες (που αντιστοιχούν σε πιστωτικές μονάδες), που δε θα έχουν συλλογικά δικαιώματα, εντείνοντας έτσι την εργασιακή εκμετάλλευση και τον ανταγωνισμό. Στην υποβάθμιση των πτυχίων μας συμβάλλει και η εξίσωση των πτυχίων ιδιωτικών κολεγίων και δημοσίων πανεπιστημίων. Αυτή η εξίσωση αυξάνει τους μαθητές -πελάτες που θα κατευθύνονται στα κολέγια έναντι των δημοσίων πανεπιστημίων και ανοίγει νέα πεδία κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Φυσικά, το πανεπιστήμιο αυτό θα στερείται των χαρακτηριστικών του κοινωνικού χώρου, δε θα υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για συλλογικές διαδικασίες και συλλογική οργάνωση της καθημερινότητας των φοιτητών-ριων, ενώ οι σπουδές θα είναι πολύ πιο εντατικές, με χρονικό όριο φοίτησης (ν+2). Αυτό το πανεπιστήμιο, θα διοικείται από εξωτερικά διορισμένα συμβούλια διοίκησης, καταργώντας την έννοια του αυτοδιοίκητου, τα οποία έχουν ήδη συγκροτηθεί και μένει να διευρύνουν σταδιακά το πεδίο ανάμειξής τους στη λήψη των αποφάσεων. Αυτή η νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση για το πανεπιστήμιο, που σχηματοποιείται σε ευρωπαϊκά επίπεδο ήδη από τη συνθήκη της Μπολόνια και ακόμη πιο πριν, εκφράστηκε με σαφή τρόπο στο νόμο 4009, ο οποίος σχεδιάζεται να εφαρμοστεί σταδιακά με την αλλαγή των κανονισμών λειτουργίας των ιδρυμάτων.

Η επίθεση των κυρίαρχων στο Πανεπιστήμιο χαρακτηρίζεται από μια έντονη ιδεολογική διάσταση. Η αυταρχικοποίηση των δομών του πανεπιστημίου καθώς και η επίσης αυταρχική αντιμετώπιση των όποιων φωνών αντίστασης κινείται στην κατεύθυνση της εδραίωσης και επέκτασης του δόγματος “νόμος και τάξη” ως συγκροτητικό στοιχείο της ταυτότητας του φοιτητή. Οι φοιτητές συγκροτούνται από τους κυρίαρχους ως εσωτερικός εχθρός προκειμένου να διευκολυνθούν οι μεταρρυθμίσεις και να ποινικοποιηθεί η πολιτική και ο φοιτητικός συνδικαλισμός (βλέπε ηλεκτρονικές ψηφοφορίες). Ο φοιτητής που τους συμφέρει να υπάρχει, για να διαιωνίζεται η κυριαρχία τους, είναι τεχνοκρατικά καταρτισμένος, πειθαρχημένος, προσηλωμένος στον ατομικό του δρόμο. Ας μην παραβλέπουμε όμως ότι και οι ιδιωτικοποιήσεις απορρέουν από μια ιδεολογική τοποθέτηση που θέλει το Πανεπιστήμιο παραγωγικό και πηγή κέρδους για το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η επίθεση που δέχεται το πανεπιστήμιο είναι συνολική. Ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι κυρίαρχοι το πανεπιστήμιο και την τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτυπώνεται πλήρως στην σταδιακή μείωση του προϋπολογισμού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την μείωση 65% του προϋπολογισμού στο Ε.Μ.Π. σε επίπεδο πενταετίας, αλλά και στην διαθεσιμότητα ενός πολύ μεγάλου μέρους των διοικητικών υπαλλήλων των ιδρυμάτων, που αποσκοπεί στην υπολειτουργία των πανεπιστημίων και στην υποβάθμιση των σπουδών.

Παράλληλα με όλα αυτά, η ραγδαία αύξηση των μετεγγραφών και γενικότερα των θέσεων στις διάφορες σχολές , αφ’ ενός με τις υπάρχουσες και ήδη περιορισμένες υποδομές καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την λειτουργία τους και εν τέλει ρίχνει το επίπεδο σπουδών. Αφ’ ετέρου οδηγεί στην υποβάθμιση των περιφερειακών ιδρυμάτων , μέσα από μια διαδικασία σταδιακού περιορισμού των εισαχθέντων οδηγώντας σε βάθος χρόνου στην μη ανάγκη ύπαρξης τους, κάτι το οποίο προσπαθεί χρόνια η κυβέρνηση (βλ. σχέδιο Αθηνά).

Το άμεσα προηγούμενο διάστημα, αυτή η επίθεση εντάθηκε πιο πολύ από ποτέ, με την ακραία καταστολή που δέχτηκαν φοιτητικές κινητοποιήσεις και διαδικασίες συντονισμού των φοιτητών-ριων σε πανεπιστημιακούς χώρους. Οι κυρίαρχοι, με μία λογική που συμπυκνώθηκε στο πρόσωπο του πρύτανη του ΕΚΠΑ, προσπάθησαν να καταστήσουν σαφές ότι το πανεπιστήμιο από εδώ και πέρα δε θα είναι όπως το ξέραμε. Με μία επίφαση “εξυγίανσης” της λειτουργίας των ιδρυμάτων, η κυβέρνηση και οι πρυτάνεις που πρόσκεινται σε αυτή, εξάντλησαν την πυγμή τους δηλώνοντας ότι από τώρα και στο εξής οι διοικούμενοι δε θα έχουν κανένα ρόλο στη διοίκηση του πανεπιστημίου. Η αναίτιες παρεμβάσεις των κατασταλτικών δυνάμεων της αστυνομίας, μας έδειξαν ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επιβάλλει την πειθάρχηση και να καταστείλει κάθε μορφή αντίστασης στα πανεπιστήμια.

Το έργο των κατασταλτικών δυνάμεων έρχονται να συνδράμουν και οι ιδιωτικές εταιρίες σεκιούριτι μέσα στο πανεπιστήμιο, με ζωντανό παράδειγμα το ΕΚΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο, βαθαίνει όλο και περισσότερο η ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου, το οποίο μετατρέπεται από ανοιχτό χώρο συζητήσεων και πολιτικών διεργασιών σε ένα στείρο εκπαιδευτικό κέντρο. Τα σεκιούριτι στοχεύουν στο να καλλιεργήσουν τον φόβο στους φοιτητές και τους αποτρέπουν από το να αναπτύξουν οποιαδήποτε συλλογική δράση.

Απολογισμός της πολιτικής μας λειτουργίας και της δράσης μας

Στο πανελλαδικό διήμερο της προηγούμενης χρονιάς τα σχήματα της ΑΡ.ΕΝ. αποφάσισαν μια δημοκρατική τομή στον τρόπο λειτουργίας της δικτύωσης. Αποφάσισαν την ανάδειξη των σχημάτων ως κυττάρων, ως μονάδων του συνόλου που είναι η πανελλαδική δικτύωση αντιστοιχώντας στο καθένα μία ψήφο. Σε αυτό το πλαίσιο διαδικασίας προϋποτίθεται και άρα παρακινείται η αναβαθμισμένη ποιοτικά πολιτική συζήτηση εντός των σχημάτων, προωθείται η σύνθεση και προλαμβάνεται η μεταφορά στην ΑΡ.ΕΝ παθογενειών άλλων πολιτικών συλλογικοτήτων. Δημιουργήθηκε ένα πανελλαδικό συντονιστικό, αποτελούμενο από εφτά σχήματα από όλη την Ελλάδα με χρέωση τα κεντρικά κείμενα της ΑΡ.ΕΝ, τις αφίσες και την προετοιμασία δύο πανελλαδικών διαδικασιών εντός της επόμενης σαιζόν.

Η λειτουργία του πανελλαδικού συντονιστικού είναι αυτή η οποία θα πρέπει πρώτιστα να απολογιστεί. Είναι γεγονός πως το συντονιστικό συνεδρίαζε τακτικά σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της συγκυρίας, ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες παθογένειες στην λειτουργία του. Μια από αυτές ήταν το γεγονός ότι η απόφαση του πανελλαδικού για την ανάδειξη των σχημάτων σε αποφασιστικού χαρακτήρα μονάδες της δικτύωσης δεν επεκτάθηκε στη λειτουργία του συντονιστικού. Σε αυτό κυριάρχησαν οι ατομικές απόψεις έναντι των σχηματικών τοποθετήσεων. Μια δεύτερη παθογένεια είναι η αναβλητικότητα στην υλοποίηση αποφάσεων. Παράδειγμα αποτελεί αφ’ ενός η απουσία αφίσας για την φετινή χρονιά και αφ’ ετέρου η καθυστέρηση στον ορισμό ημερομηνίας για το πανελλαδικό διήμερο που δημιούργησε προβλήματα και οδήγησε στην επ’ αόριστον αναβολή του.

Το τελευταίο διάστημα συζητήθηκε η διεξαγωγή πανελλαδικού διημέρου σχημάτων αριστερής ενότητας, ωστόσο παρουσιάστηκε αδυναμία διεξαγωγής του. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι σε μια πυκνή πολιτική συγκυρία είναι απαραίτητη η εντονότερη πολιτική ενεργοποίηση των σχημάτων μέσω της πανελλαδικής δικτύωσης, καθώς αυτά αποτελούν το μέσο παρέμβασης στον κοινωνικό μας χώρο. Βασικός στόχος της διαδικασίας του πανελλαδικού είναι η συλλογικοποίηση των εμπειριών κάθε σχήματος, μέσω του κοινωνικού πειραματισμού επικεντρώνοντας την συζήτηση στα ίδια τα σχήματα, στα θέματα πολιτικής συγκυρίας και στην χάραξη ενός πολιτικού σχεδιασμού που θα απαντάει στα ερωτήματα που η ίδια η συγκυρία θέτει.

Σχετικά με την λειτουργία της ΑΡ.ΕΝ. και με τις προβληματικές που αποτυπώθηκαν στα προηγούμενα συντονιστικά είναι σημαντικό, η συζήτηση και οι αποφάσεις να λαμβάνονται από τα ίδια τα σχήματα, καθώς αυτά αποτελούν βασικά κύτταρα της δικτύωσης μέσα από τις επιμέρους επεξεργασίες κάθε σχήματος και στην λογική της απόφασης «μια ψήφος ανά σχήμα». Θεωρείται επίσης σημαντικό να οριστεί στους πρώτους μήνες του 2015 η διεξαγωγή ενός πανελλαδικού διημέρου αριστερής ενότητας.

Επίσης, την περσινή χρονιά καθιερώθηκε και η θετική συνήθεια τακτικής διεξαγωγής ιδρυματικών και θεματικών συνελεύσεων ΑΡ.ΕΝ. (διαδικασίες ΑΡ.ΕΝ. ΕΚΠΑ και ΕΜΠ, ΑΡ.ΕΝ Αθήνας για σίτιση και στέγαση) καθώς και συνελεύσεις ΑΡ.ΕΝ. πόλεων. Αυτά απέδωσαν καρπούς, όπως η σύνταξη του Αντί-Οργανισμού, αλλά γενικά υπήρξε πάλι μια αναβλητικότητα στην υλοποίηση των αποφάσεων. Φέτος, δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε αυτή η θετική παρακαταθήκη παρόλο που η συγκυρία το απαιτούσε.

Σ’ ότι αφορά την πολιτική μας πρακτική στους κοινωνικούς χώρους, αυτή παρόλα τα θετικά προχωρήματα θα πρέπει να απολογιστεί με κριτική διάθεση για να βελτιώσουμε τη παρουσία μας. Στα θετικά μπορούμε να κατατάξουμε την προσπάθεια των σχημάτων μας να προωθήσουν τον εκδημοκρατισμό των διαδικασιών του φοιτητικού κινήματος (Γενικές Συνελεύσεις, Συντονιστικά Αποφάσεων και Καταλήψεων) προσπαθώντας παράλληλα να διατηρούν την ενότητα της αριστεράς στη δράση. Επίσης, τα σχήματα μας ενεπλάκησαν ενεργά σε εγχειρήματα αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης προτάσσοντας την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Πολύ προωθητική ήταν ακόμη η κατεύθυνση που μπήκε από αρκετά σχήματα να ανοίξουν το ζήτημα του επιστημονικού τους αντικειμένου σε έναν ορίζοντα σύνδεσης του με την κοινωνία, το παραγωγικό μετασχηματισμό και την αντίληψη της ριζοσπαστικής αριστεράς για την γνώση.

Πέρα όμως από αυτά οφείλουμε να δούμε καθαρά και τις αδυναμίες μας. Να εξετάσουμε γιατί δεν μπορέσαμε να κάνουμε την αφήγηση μας ηγεμονική, να βάλουμε τα δικά μας χαρακτηριστικά στις διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος και να συνδέσουμε τα στενά φοιτητοκεντρικά διακυβεύματα με το πρόταγμα της συνολικής ανατροπής. Δεν καταφέραμε ακόμη να βρούμε μια εναλλακτική μεθοδολογία οικοδόμησης κινήματος απέναντι στο πεπαλαιωμένο τρίπτυχο συνέλευση-κατάληψη-φοιτητοπορεία, παρόλο που σε θεωρητικό επίπεδο είχαμε ιδέες. Για παράδειγμα, δεν καταφέραμε να βοηθήσουμε ουσιαστικά στην εδραίωση κοινών δομών με φοιτητές, καθηγητές και εργαζόμενους. Αναφορικά με τη σίτιση και τη στέγαση, ένα θέμα που απασχολεί το σύνολο των φοιτητών, δεν μπορέσαμε να προτείνουμε ένα σχέδιο διεκδίκησης αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση όσα υλοποιήσαμε αλλά και όσα επεξεργαστήκαμε σε θεωρητικό επίπεδο και δεν πέρασαν στην πράξη σκιαγραφούν πτυχές του πανεπιστημίου των αναγκών μας.

Για το φοιτητικό κίνημα

Οι δράσεις μας ήρθαν να συνδεθούν με ένα φοιτητικό κίνημα που καλούταν από την αρχή κιόλας της χρονιάς να απαντήσει σε μία σειρά καίριων και σημαντικών ερωτημάτων σχετικά με την κοινωνία αλλά και συλλήβδην το ακαδημαϊκό περιβάλλον. Με την ανασυγκρότηση της κυβερνητικής ομάδας, ένα από τα πρώτα μελήματα του νέου υπουργού παιδείας, Λοβέρδου, μαζί με τον νεοεκλεχθέντα και απόλυτο εκφραστή της κυβερνητικής πολιτικής πρύτανη του ΕΚΠΑ Φορτσάκη, ήταν να προβάλλει από το καλοκαίρι, σε μια περίοδο κινηματικής νηνεμίας, το μέτρο των διαγραφών (ν+2) με σκληρούς όρους. Μπροστά σε ένα μέτρο που αφορούσε ένα μεγάλο ποσοστό των φοιτητών, τους λεγόμενους αιώνιους, και παρά τη θέληση για μία άκρως δυναμική παρουσία, δεν υπήρξαν οι υλικές συνθήκες για την συγκρότηση ενός ενιαίου, μαζικού φοιτητικού υποκειμένου που να υποστηρίξει αυτόν τον αγώνα για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην δωρεάν παιδεία. Και αυτό γιατί αν και το αίτημα απηχεί στο σύνολο του φοιτητικού κόσμου δεν έγινε εφικτή η σύνδεση του αιτήματος με τις μεγάλες φοιτητικές μάζες λόγω ελλιπούς πολιτικού σχεδιασμού σε μακροπρόθεσμη κλίμακα.

Και όλα αυτά σε μια συγκυρία όπου οι πρυτανικές αρχές στήριζαν την όλη κυβερνητική γραμμή με τον πιο σκληρό τρόπο, με την υιοθέτηση ακραίας κατασταλτικής πολιτικής επιβάλλοντας το δόγμα «νόμου και τάξης» σε οποιαδήποτε απόπειρα του φοιτητικού κόσμου να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματα του. Φτάνοντας στη 17η Νοέμβρη, όπου το φοιτητικό κίνημα άρχισε να μπαίνει σε αγωνιστική τροχιά, με αγωνιστικές αποφάσεις γενικών συνελεύσεων διαφόρων δράσεων, η πρυτανεία επιστράτευσε μέχρι και τα ΜΑΤ κάνοντας λοκ άουτ σε σχολές του κέντρου φτάνοντας σε σημείο ακόμα και να χτυπήσουν διαμαρτυρόμενοι φοιτητές. Αυτό πυροδότησε μία ιδιαίτερα δυναμική κίνηση, συσπειρώνοντας ένα μεγάλο αριθμό φοιτητών που πρωτοστάτησαν στις παραστάσεις διαμαρτυρίας με αποκορύφωμα τη μαζικότατη σε παρουσία φοιτητών πορεία της 17ης Νοεμβρίου. Η μη συνέχιση της αγωνιστικής δράσης με το πέρας του Πολυτεχνείου και παρά την εξόφθαλμη καταστολή παρατηρήθηκε μια αποκλιμάκωση του αγώνα ανά σχολή που ανέδειξε μια αδυναμία σύνδεσης των φοιτητικών συλλόγων με το κεντρικοπολιτικό (τί πρεσβεύει ο Φορτσάκης).

Ιδιαίτερο δικύβευμα των φοιτητικών συλλόγων αποτέλεσε ο αγώνας του Ν.Ρωμανού για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στη μόρφωση. Ένας αγώνας που κατάφερε να συσπειρώσει το σύνολο του φοιτητικού κόσμου αλλά και ευρύτερων κοινωνικών μαζών δημιουργώντας ένα πολύμορφο κίνημα. Στο πλαίσιο αυτό και τα σχήματα μας έδωσαν ηχηρό παρών και κατόρθωσαν να εντάξουν στην αφήγηση τους το ζήτημα ανοίγοντας το θέμα στις γενικές συνελεύσεις, με καταλήψεις σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και ανυποχώρητο αγώνα στη βάση της αλληλεγγύης μέχρι την τελική δικαίωση αναδεικνύοντας το κατή πόσο οι συλλογικοί αγώνες μπορούν να έχουν τελικά αποτέλεσμα.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναλυθεί το γεγονός πως παρά το κάποιο συνεχές που δημιουργούσαν οι προκαθορισμένοι κινηματικοί κόμβοι, δεν κατέστη δυνατή η συγκρότηση ενός διαρκούς και μαζικού κινήματος. Κι αυτό εν πολλοίς σχετίζεται και με το γεγονός χρήσης αν όχι ξεπερασμένου, έστω πεπερασμένου ρεπερτορίου δράσης. Εδώ, θα πρέπει να αναφερθούμε και στα χαρακτηριστικά των αριστερών οργανώσεων που συμμετέχουν, και στις προβληματικές που με τη σειρά τους εισάγουν. Στη δική μας παράδοση η λογική του από τα πάνω σχεδιασμού και εκείνη των πρωτοποριών, δεν έχει χώρο. Κι αυτό διότι κάνοντας χρήση μέσα στα άλλα της όλης παράδοσης των νέων κοινωνικών κινημάτων, παράγουμε πολιτικό λόγο και σχεδιασμό ως αριστερά υποκείμενα και βάσει της συγκυρίας και σε συνεχή αλλητροφοδότηση με την κοινωνική κίνηση. Για εμάς η μαζικοποίηση του κινήματος μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τον αυτόνομο σχεδιασμό της Αριστεράς, χωρίς αυτό να μπαίνει αντιπαραθετικά με την οργανωτική δουλειά που γίνεται και τον πολιτικό σχεδιασμό που βγαίνει. Η λογική παραγωγής πολιτικής μέσω πρωτοποριών είναι συνυφασμένη με την παράδοση κάποιων δυνάμεων των ΕΑΑΚ, οι οποίες επανειλημμένα δρούσαν ως πεφωτισμένη πρωτοπορία αναπαράγοντας μέσα στα άλλα και κάθε μορφή κακέκτυπου του φοιτητικού συνδικαλισμού. Αυτό σε συνδυασμό και με τις αντιφάσεις στο ίδιο το εσωτερικό των ΕΑΑΚ, δημιούργησε την κατάσταση ενός κινήματος με ημερομηνία λήξης στη συγκεκριμένη φάση. Οι δε δυνάμεις του ΜΑΣ συνέχισαν, μολονότι κάποιες απόπειρες φαινομενικής συμμετοχής, να βρίσκονται περιχαρακωμένες. Συνεπώς, ήταν μία ακόμη κίνηση εν είδει κινήματος που δεν κατάφερε να αφουγκραστεί τα ερωτήματα του φοιτητικού κόσμου και να συνδεθεί με αυτόν σε μεγάλο βαθμό.

Η Αριστερή Ενότητα ήταν πάντα εκεί στηρίζοντας τις αγωνιστικές αποφάσεις, συμμετέχοντας σε ενωτικά εγχειρήματα με τα άλλα σχήματα της αριστεράς προτάσσοντας την ενότητα και την ανάγκη αναδιαμόρφωσης στη βάση των συλλογικών διαδικασιών. Με βασικό πρόταγμα τη δημοκρατία μέσα στους συλλόγους αλλά και τις οριζόντιες διαδικασίες και την οργάνωση από τα κάτω ως τη μόνη ικανή να δημιουργήσει δυναμικούς αγωνιστικούς συλλόγους με ενεργά και πολιτικοποιημένα μέλη που να μπορούν να δραστηριοποιηθούν ώστε σε μελλοντική συγκυρία να συναποτελέσουν ένα ακόμη πιο ισχυρό φοιτητικό κίνημα που να επεκτείνει τις παραστάσεις νίκης μέχρι την συνολική ανατροπή.

Το Πανεπιστήμιο των αναγκών σε μια διαφορετική κοινωνία

Βασικό μέλημα της Αριστερής Ενότητας αποτελεί η ανάγκη να στρέψει το βλέμμα της στα χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου που διεκδικούμε. Του δωρεάν, αυτοδιοίκητου και δημόσιου χώρου που μέσα από τον κοινωνικό μετασχηματισμό στοχεύουμε να τον καταστήσουμε ουσιαστικά δημοκρατικό, όπου οι συλλογικές διαδικασίες θα επανανοηματοδοτηθούν έτσι ώστε ο καθένας και η καθεμία από εμάς να μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτές με έναν πιο ενεργητικό τρόπο. Πρόκειται για την αφήγηση ενός πανεπιστημίου μέσα στο οποίο οργανωνόμαστε και δημιουργούμε τις παραστάσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές μας κοινωνικές ανάγκες. Βασικό επίσης μέλημα μας θα πρέπει να αναχθεί και το ζήτημα της γνώσης και του τρόπου που η τελευταία εγκολπώνεται στην οραματική και πραγματική σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών που θέλουμε να έχει το πανεπιστήμιο των αναγκών μας. Η γνώση μέσα στο πανεπιστήμιο που διεκδικούμε θα πρέπει να αφουγκράζεται και να απαντά στις ανάγκες μιας κοινωνίας στην οποία ο κοινωνικός μετασχηματισμός αλλά και συγκεκριμένα ο παραγωγικός μετασχηματισμός αποτελεί πραγματικό πολιτικό επίδικο. Κάνουμε λόγο για μια γνώση που προάγει την χειραφέτηση και θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο έναντι του κέρδους. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην πραγματικότητα του ελληνικού πανεπιστημίου, θα πρέπει αρχικά να περιγράψουμε το πλαίσιο ανάπτυξης και αναπαραγωγής της επιστήμης στους συγκεκριμένους κλάδους. Μεταπολιτευτικά αυτός ο κλάδος χαρακτηρίζεται τόσο στο επίπεδο του διδακτικού προσωπικού όσο και στο επίπεδο του προγράμματος σπουδών, σε πολλές περιπτώσεις από ένα προοδευτικό ή ακόμα και αριστερό πλαίσιο. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει πως και οι συγκεκριμένες επιστήμες δε διαπερνόνται και δεν αναπαράγουν το κυρίαρχο. Εν πάσει περιπτώσει, στις συγκεκριμένες επιστήμες ένας από τους στόχους θα πρέπει να είναι ο προσανατολισμός της παρέμβασης μας στη βάση των κοινωνικών προβλημάτων αλλά και υπό τη σκοπιά του κοινωνικού ερευνητή, ανοίγοντας ζητήματα όπως οι κοινωνικές ή εθνοτικές διακρίσεις, η φασιστική απειλή και η περιστολή των δικαιωμάτων. Συνάμα, κρίνεται αναγκαίο να αναπτυχθεί το αίτημα για έρευνα, σε αυτούς τους κλάδους, πάνω/ από και προς τις κοινωνικές ανάγκες. Σε ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο επιδιώκουμε της άρση των εξουσιαστικών σχέσεων ανάμεσα σε καθηγητές και φοιτητές, που αίρεται από ένα είδος αυθεντίας των πρώτων και συνάμα απαθούς αποδοχής αυτής από τους δεύτερους. Οραματιζόμαστε ένα πανεπιστήμιο όπου η παραγωγή της γνώσης θα προκύπτει από μια ουσιαστική συμμετοχή και των δυο πλευρών, ενώ οι φοιτητές θα βρίσκονται σε θέση υγιούς κριτικής απέναντι στη γνώση.

Ένα πανεπιστήμιο όπως το σκιαγραφούμε, χωρίς ταξικούς φραγμούς, δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μια κοινωνία διάφορη της υπάρχουσας. Διάφορη μιας συγκυρίας που έχει γεννήσει μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση και που μας εγκαλεί όλους και όλες να την ακυρώσουμε και να δημιουργήσουμε στη θέση της τις παραστάσεις που μας εμπνέουν, όχι μόνο σε πανεπιστημιακό αλλά και σε ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο. Στόχος μας θα πρέπει να είναι η άμεση παύση της πολιτικής λιτότητας των μνημονίων, της επίθεσης στα δημόσια αγαθά, της ακύρωσης των εργατικών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων, του αυταρχισμού και της βίαιης καταστολής . Απέναντι στην κρίση που ωθεί την κοινωνία σε εσωστρέφεια και φοβικότητα οφείλουμε να απαντήσουμε με συλλογικότητα, αλληλεγγύη και αγώνες. Προς αυτή την κατεύθυνση παλεύουμε για την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, μόνο μέσα από την οποία θα μας δοθεί ο χώρος για να δημιουργήσουμε από τα κάτω την κοινωνία που ονειρευόμαστε αλλά και το πανεπιστήμιο που μας αξίζει.

Σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της αριστεράς ,στο βαθμό που ανοίγει προνομιακά πεδία διεκδίκησης, καλούμαστε ως ΑΡ.ΕΝ. να επανεξετάσουμε τον σχεδιασμό και την δράση μας. Το τελευταίο διάστημα συγκροτήθηκε ένα φοιτητικό κίνημα ως αντίδραση στους κόμβους που έθετε ο αντίπαλος (διαγραφές, καταστολή, Νίκος Ρωμανός). Υπό το πρίσμα αυτής της νέας πολιτικής συγκυρίας οφείλουμε ως ΑΡ.ΕΝ. να δημιουργήσουμε εκείνους τους όρους, ώστε σύσσωμο το φοιτητικό κίνημα να διατυπώνει και να διεκδικεί διαρκώς τα αιτήματά του δίνοντας περιεχόμενο στο πανεπιστήμιο που οραματίζεται. Στην κατεύθυνση αυτή ο ρόλος μας δεν περιορίζεται στην μεταβίβαση αιτημάτων αλλά στο άνοιγμα μιας πιο συνολικής και ριζοσπαστικής ατζέντας υπό το σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Άμεσος σχεδιασμός

Την στιγμή κατά την οποία, το επιθετικό σχέδιο της μνημονιακής συγκυβέρνησης, συνεχίζει να έχει στο στόχαστρο την δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση, τόσο το φοιτητικό κίνημα, όσο και οι οργανωμένες δυνάμεις αυτού, με επίκεντρο την ριζοσπαστική αριστερά οφείλουν να αναμετρηθούν με ένα μεγάλο διακύβευμα. Στο κατά πόσο θα καταφέρουν να συνολικοποίησουν επιμέρους αιτήματα και αγώνες που αφορούν τόσο την φοιτητική καθημερινότητα, όσο και τον ίδια την μετάλλαξη του χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, σε μία συγκυρία κατά την οποία ο ετεροχρονισμός και η αποσπασματικότητα των μεταρρυθμίσεων δεν μπορούν αντιμετωπιστούν με τον παραδοσιακό συστηματοποιημένο τρόπο.

Προσπαθώντας να σχηματοποιήσουμε την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, γίνεται εμφανές η συμπύκνωση της επίθεσης σε τρεις τομείς: στον κατακερματισμό των ακαδημαϊκών αντικειμένων, στην αυταρχικοποίηση των δομών και της διοίκησης των ΑΕΙ – ΤΕΙ και στην είσοδο σκληρών ταξικών φραγμών παράλληλα με την εντατικοποίηση των σπουδών.

Σε πρώτο επίπεδο, η αταλάντευτη στήριξη του αυτονόητου δικαιώματος στην πρόσβαση στις φοιτητικές παροχές για όλους και όλες (σίτιση – στέγαση – συγγράμματα – μεταφορές), πρέπει να περνάει μέσα από την επανανοηματοδότηση της αξίας των συλλογικών διεκδικήσεων αλλά και των διαδικασιών των συλλόγων. Σε μία τέτοια κατεύθυνση, βασικό μέλημα των σχημάτων μας, οφείλει να αποτελεί το πως οι γενικές μας συνελεύσεις και οι αντιστάσεις που προκύπτουν από αυτές, θα αντιλαμβάνονται από τον ίδιο των κόσμο των αμφιθεάτρων, ως πραγματικά εκείνες οι δομές, μέσω των οποίων, μπορούν να εκπροσωπηθούν αλλά και να συμμετάσχουν ενεργά και να διεκδικήσουν οι ίδιοι τα αιτήματα που τους εκφράζουν. Θεωρώντας πως στα συλλογικά προβλήματα, οι ατομικές λύσεις είναι αν μη τι άλλο αναποτελεσματικές, ο μόνος τρόπος οργάνωσης της καθημερινότητας αλλά και των αγώνων των φοιτητών συνεχίζει να περνάει μέσα από τις συλλογικές μας διαδικασίες, όσο κι αν αυτές σε αρκετές περιπτώσεις αδυνατούν να επιτελέσουν τον ρόλο τους.

Με τις μεθοδευμένες προσπάθειες υπόνομευσης και κατάργησης των συλλογικών διαδικασιών που υποκινούν οι κυρίαρχοι, κρίνεται πιο αναγκαία από ποτέ η υπεράσπισή τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, χρειάζεται να αναδιαμορφώσουμε τις Γενικές Συνελεύσεις, ώστε να μπορούν να εμπλακούν ενεργά και αποτελεσματικά σ’ αυτές όλοι και όλες. Θα πρέπει να σσυμπεριλάβουμε στα προτάγματά μας τον εκδημοκρατισμό και την επανανοηματοδότηση των Γενικών Συνελεύσεων, προκειμένου να πάψουν οι Φοιτητικοί Σύλλογοι να αποτελούν απλοί επικυρωτές, μετατρέποντας τις διαδικασίες μας σε πεδίο πολιτικής ζύμωσης, προκειμένου να μπορέσει να συγκροτηθεί ένα πολιτικό σχέδιο ανατροπής με συγκεκριμένες διεκδικήσεις και προτάσεις, για ό,τι αφορά το Πανεπιστήμιο και την κοινωνία.

Η Αρ.Εν. οφείλει να συμπεριλάβει στον πολιτικό της σχεδιασμό τόσο την λειτουργία των Γενικών Συνελεύσεων όσο και την συζήτηση που θα γίνεται μέσα σ’ αυτές. Με βάση τα παραπάνω καλούμε σε θεματικό μάζεμα-συζήτηση των σχημάτων της Αρ.Εν. Αθήνας για την λειτουργία και τους στόχους των Γενικών Συνελεύσεων.

Παράλληλα, η αυταρχικοποίηση της διοίκησης των δημόσιου Πανεπιστήμιο, αποτελώντας ταυτόχρονα τόσο σχέδιο όσο και μέσο, έρχεται να εξυπηρετήσει και την υλοποίηση των πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων επιταγών, όπως το μέτρο των διαγραφών και η ψήφιση των νέων οργανισμών των ιδρυμάτων. Βασική προϋπόθεση στη σκιαγράφηση ενός αντιπαραθετικού προτύπου οργάνωσης του δημόσιου και δωρεάν Πανεπιστήμιου, αποτελεί, λοιπόν, η επι της αρχής αντίσταση με κάθε τρόπο στην εντατικοποίηση των ρυθμών σπουδών, και στην αποσάρθρωση του κοινωνικού χαρακτήρα του Πανεπιστημίου. Αντίσταση στις υπάρχουσες συνθήκες, αφενός μέσω της συστηματικής μας παρέμβασης εντός των κοινωνικών μας χώρων με όρους ανατροπής των υπαρχουσών συνθηκών, αλλά και αφετέρου σκιαγράφηση ενός αντιπαραδείγματος με το άνοιγμα μιας πλατιάς συζήτησης εντός των συλλόγων για την κατεύθυνση της αλλαγής των όρων ζωής και φοίτησης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και με βάση την όλη αντίληψή μας για τη θεσμοθετημένη γνώση, θα πρέπει να αναχθεί σε βασικό μας μέλημα η δικτύωση των σχημάτων μας ανά γνωστικό αντικείμενο σε πανελλαδικό επίπεδο. Στην κατεύθυνση αυτή, η παρέμβασή μας στη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών ανά τμήμα, η εκπόνηση θεματικών εκδηλώσεων, συλλογικών αναγνώσεων, προβολών, ως καρπός συλλογικών γνωστικών διεργασιών που θα ανοίγονται και στους Φοιτητικούς μας Συλλόγους, θα συμβάλει τόσο στη ριζοσπαστικοποίηση της ακαδημαϊκής γνώσης όσο και στον προσανατολισμό της γνώσης σε κοινωνιοκεντρικά ζητήματα και όχι αυτοαναφορικά, τύπου “η γνώση για τη γνώση”. Μια τέτοια λογική και αντίληψη για τη γνώση θα πρέπει να μη μένει μόνο στα στενά πλαίσια του πανεπιστημίου και της φοιτητικής μας ζωής αλλά και να διαπνέει και τον τρόπο κατά τον οποίο εμείς ως φοιτητικά υποκείμενα θα διαχειριστούμε εργασιακά ζητήματα με στόχο τη χειραφέτηση και τις συλλογικές διεκδικήσειις στους χώρους εργασίας.

19/12/2014

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s