Ο νεοφιλελευθερισμός βλάπτει σοβαρά τη (δημόσια) υγεία

Τον τελευταίο μήνα, η καθημερινότητά όλων μας περιστρέφεται γύρω από την πανδημία του COVID-19 που έχει χτυπήσει ολόκληρο τον κόσμο, φτάνοντας αναπόφευκτα μέχρι τη χώρα μας. Η γρήγορη εξάπλωση της ασθένειας, καθώς και οι απώλειες που έχουν σημειωθεί, οδήγησαν στη λήψη μέτρων προστασίας που άλλαξαν συλλήβδην τον τρόπο ζωής, με αποκορύφωμα την απαγόρευση κυκλοφορίας από τα ξημερώματα της 23ης Μαρτίου. Βέβαια, όπως διαπιστώνει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ακόμα και ένα τόσο ακραίο μέτρο, όπως η απαγόρευση της κυκλοφορίας, είναι ανεπαρκές αν ελλείπουν μέτρα ισχυροποίησης του συστήματος υγείας. Το τελευταίο καλείται υπό αυτές τις συνθήκες να αναλάβει πρωταρχικό ρόλο ώστε να αποτραπεί μια καταστροφή με πολλαπλές ανθρώπινες απώλειες.

Παρόλ’ αυτά, το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί για τη διασφάλιση δημόσιας και δωρεάν υγείας, από την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και από τις προηγούμενες, είναι απελπιστικά ασφυκτικό, τόσο για τους εργαζόμενους στην υγεία, όσο και για τους πολίτες. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, παρά τις πολλές διαβεβαιώσεις κυβέρνησης και Μ.Μ.Ε, είναι ανέτοιμο να αντιμετωπίσει μια υγειονομική κρίση, όπως την εν λόγω πανδημία, ως αποτέλεσμα της σταθερής πολιτικής βούλησης χρόνων, για υποβάθμιση του δημοσίου χαρακτήρα της υγείας. Για να μιλήσουμε συγκεκριμένα και με στοιχεία, ενώ οι ευρωπαϊκές απαιτήσεις προβλέπουν 3.500 ΜΕΘ (Μονάδες Εντατικής Θεραπείας) για τη χώρα μας, τη δεδομένη στιγμή λειτουργούν στην Ελλάδα 685 –μετά την επίταξη και ιδιωτικών κλινών-, νούμερο που μεταφράζεται σε 6,3 κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Το αλλεπάλληλα μειούμενο ποσοστό επί του Α.Ε.Π. που δαπανάται για τη δημόσια υγεία, βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο 5,2%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε είναι 7%, ενώ  όσον αφορά στο σύνολο των κρατικών δαπανών για την υγεία, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 25η θέση από τις 28. Ενδεικτικά να αναφερθεί, ότι η χώρα βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις ποσοστιαίων δαπανών για την στρατιωτική άμυνα.

Μέσα σε αυτό το τοπίο υποχρηματοδότησης και υποβάθμισης της δημόσιας υγείας, η κυβέρνηση της Ν.Δ, πιστή στις προεκλογικές εξαγγελίες της, προχώρησε το προηγούμενο διάστημα στην πρόσληψη 1.500 ειδικών φρουρών, αδιαφορώντας πλήρως για τις 4.000 κενές θέσεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Τώρα η κυβέρνηση, αντιμέτωπη με την «βόμβα» του ιού, και την υποστελέχωση των δημοσίων νοσοκομείων απευθύνεται στο αλληλέγγυο αίσθημα των πολιτών κάνοντας εκκλήσεις για εθελοντές, δείχνοντας την πολιτική της ανευθυνότητα και μετακυλώντας την ευθύνη στους πολίτες. Δεν μπορεί, τέλος, να μείνει εκτός συζήτησης  και η –επιεικώς- αναποφασιστικότητα με την οποία έδρασε η κυβέρνηση Ν.Δ στο ζήτημα των Εκκλησιών, διαιωνίζοντας αδικαιολόγητα μία ατμόσφαιρα παραπληροφόρησης, και δίνοντας χώρο σε μεσαιωνικές απόψεις να ακουστούν στο δημόσιο διάλογο και να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

Βέβαια, όλες αυτές οι πολιτικές, που ακολουθήθηκαν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, είχαν πολύ συγκεκριμένη στόχευση, την μεθοδική υποβάθμιση της δημόσιας υγείας. Δεν ήταν απλά ότι «δεν υπήρχαν λεφτά, δεν έχουμε άλλη εναλλακτική, θα κόψουμε από την υγεία». Με τα μνημόνια και τις εν γένει πολιτικές λιτότητας, το ελληνικό κράτος όλη την προηγουμένη δεκαετία της οξυμένης οικονομικής κρίσης περιέκοψε τις κρατικές δαπάνες για να απονομιμοποιήσει ιδεολογικά την δημόσια υγεία, ως κοινωνική παροχή που προσφέρει το κράτος δημόσια και δωρεάν προς όλους/ες. Προσφέροντας λιγότερες και κατώτερης ποιότητας υπηρεσίες υγείας, ενισχύοντας παράλληλα τις ιδιωτικοποιήσεις και τις συμπράξεις ΣΔΙΤ, επεχείρησε να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση για περαιτέρω ισοπέδωση κάθε έννοιας δημοσίας υγείας. Και φυσικά ακόμα και όταν «βγήκαμε από τα μνημόνια», η πολιτική αυτή συνεχίστηκε μέχρι και όταν ήρθε η πανδημία του κορωνοϊού. Αυτή η νεοφιλελεύθερη πολιτική της ιδιωτικοποίησης οποιασδήποτε εναπομείνασας παροχής -όπως η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση -του «κοινωνικού κράτους», υιοθετείται με το πρόσχημα της δήθεν «αποτελεσματικότητας» για να μπουν τα δημόσια νοσοκομεία, πανεπιστήμια κ.λπ .σε μια «αρένα ανταγωνισμού» με τα ιδιωτικά για να γίνουν «ανταποδοτικότερα». Με αυτό τον τρόπο, οι δημόσιες παροχές προφανώς και δεν γίνονται καλύτερες –αφού ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι με αυξημένη κρατική χρηματοδότηση –αλλά ο ιδιωτικός τομέας εξασφαλίζει μια υπερέχουσα θέση στις συνειδήσεις, στον οποίο αρχίζουν και στρέφονται όλο και περισσότερο οι έχοντες και έχουσες. Έτσι, έχει δημιουργηθεί το έδαφος για την τελειωτική ίσως ισοπέδωση όλων των κοινωνικών αγαθών.

Παρατηρήσαμε, όμως, σε μια τέτοια περίοδο όπου η υγεία έχει τεθεί ως Ν. 1 προτεραιότητα, ακόμα και οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού, η κυβέρνηση της ΝΔ, υποχώρησε σε ένα βαθμό από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, μιλώντας για ενίσχυση του κρατικού συστήματος υγείας, μέχρι και για επιτάξεις ιδιωτικών κλινικών και ιδιωτικών εμπορευμάτων (ιατροφαρμακευτικά υλικά, είδη υγιεινής). Γίνεται φανερό πως δημιουργείται μια ρωγμή στο νεοφιλελεύθερο δόγμα, το οποίο έχει ως προτεραιότητα τα συμφέροντα του Κεφαλαίου και όχι τις κοινωνικές ανάγκες. Είναι διακύβευμα να αναδείξουμε τις καταστροφικές συνέπειες που έχει για την κοινωνία και μετά το πέρας της πανδημίας.

Σε αυτά τα πλαίσια και κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της ευθύνης που όλοι φέρουμε είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Πρόκειται για ευθύνη τόσο ατομική, όσο και συλλογική, αφού όλοι και όλες έχουμε στον κοινωνικό μας περίγυρο άτομα που βρίσκονται σε ευπαθείς ομάδες. Στις ομάδες αυτές καλούμαστε τώρα να συμπαρασταθούμε και να επιδείξουμε αλληλεγγύη με κάθε δυνατό τρόπο. Οφείλουμε να κάνουμε το «μένουμε σπίτι» πράξη, εφόσον το ίδιο το δημόσιο σύστημα υγείας δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την έξαρση της πανδημίας. Έμπρακτα στεκόμαστε δίπλα σε κάθε άνθρωπο που το έχει ανάγκη, παρέχοντας είτε είδη πρώτης ανάγκης είτε οικονομική βοήθεια, σε όποι@ τη χρειάζεται. Αξίζει, βεβαίως, να σημειωθούν τα παραδείγματα τόσο της Κίνας όσο και της Κούβας, κρατών που παρέχουν βοήθεια άμεσα και με κάθε πρόσφορο μέσο, με την εξασφάλιση ιατρικού προσωπικού και εξοπλισμού. Στον αντίποδα, τα κράτη της ΕΕ αποδεικνύουν πως το λεγόμενο «ευρωπαϊκό πνεύμα» και η «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» αποτελούν μόνο λόγια και όχι πράξεις. Αδιαφορούν και αρνούνται να προσφέρουν βοήθεια σε διακρατικό επίπεδο, παρατείνοντας την έκτακτη κατάσταση που επικρατεί στα κράτη-μέλη της, ιδιαίτερα στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία.

Εμείς, λοιπόν, θα «μείνουμε σπίτι», θα φορέσουμε τη μάσκα μας αλλά δε θα κλείσουμε το στόμα μας!

Για αυτό ζητάμε την άμεση ενίσχυση του ΕΣΥ, με μόνιμες προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού και παροχή όλου του εξοπλισμού και των προμηθειών (μάσκες, γάντια, αντισηπτικά κλπ) που χρειάζονται τα νοσοκομεία, αλλά και με επίταξη των ιδιωτικών νοσοκομείων/κλινικών. Ακόμη, είναι σημαντικό να γίνουν μαζικά και δωρεάν τα τεστ σε όλες τις ύποπτες περιπτώσεις, και όχι μόνο στις ευπαθείς ομάδες και τους έχοντες «βαριά συμπτώματα», ακριβώς για να υπάρχει καλύτερη εποπτεία επί του πραγματικού αριθμού των νοσούντων, αλλά και για να συλλεχθούν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον ιό, χρήσιμα για την επιστημονική κοινότητα. Αιτούμαστε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας για τους/τις εργαζόμενους/ες, με πληρωμένες υπερωρίες και 6ήμερη εργασία, με όλα τα μέτρα υγιεινής για την προστασία τους, και πλήρεις αποδοχές για όσους «μένουν σπίτι». Τέλος, στεκόμαστε αλληλέγγυοι/ες στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες αλληλεγγύης στην γειτονιά μας.

Συνεχίζουμε να πολεμάμε για δημόσια και δωρεάν υγεία και μετά την πανδημία!

This entry was posted in κείμενα συγκυρίας, Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s