Αν δεν αντισταθούμε σε όλες τις γειτονιές, οι πόλεις μας θα γίνουν μοντέρνες φυλακές!

*για τις πλατείες, την καταστολή και τον δημόσιο χώρο

Στην εποχή του κορονωϊού, πολλά πράγματα άλλαξαν στην καθημερινότητα μας. Ένα από αυτά ήταν ο χαρακτήρας που άρχισαν να αποκτούν οι γειτονιές μας. Επί δύο μήνες πολύς κόσμος κλείστηκε σπίτι του και ο μόνος τρόπος για να βγεις νόμιμα έξω ήταν να πας σε ένα δημόσιο χώρο: μια πλατεία, ένα βουνό, ένα πάρκο. Αυτό εξακολούθησε ως πρακτική και μετά την άρση της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, αφού τα μαγαζιά παρέμειναν κλειστά. Οι γειτονιές ζωντάνεψαν ξανά και αποτέλεσαν χώρο συνάντησης, κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης. Ωστόσο, όλες οι γειτονιές δεν είναι το ίδιο. Κάποιες απαρτίζονται από μονοκατοικίες με κήπους, τεράστιες πολυκατοικίες με άνετες βεράντες, με πολύ πράσινο και χώρους αναψυχής, ενώ άλλες είναι γκρίζα αστικά τοπία, με το ένα τσιμεντένιο κτήριο δίπλα στο άλλο και διαμερίσματα της τάξης των 50 τ.μ., που η μόνη διέξοδος από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού είναι μια πλατεία. Αυτές οι διαφορές, έχουσες συχνά και ταξική διάσταση, είναι που καθιστούν στη μία περίπτωση την τήρηση του μέτρου των αποστάσεων προς αποφυγή κρουσμάτων δυνατή και στην άλλη αναγκαίο και αναπόφευκτο τον συνωστισμό.

Η κρατική διαχείριση του συνωστισμού από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ήταν εν γένει η καταστολή με ποικίλα ποιοτικά κριτήρια και χαρακτηριστικά αναλόγως την περίπτωση. Δύο από τα πιο έντ30-308039_cop-clipart-police-brutality-police-brutality-clipart.pngονα περιστατικά με τα οποία ήρθαμε αντιμέτωπες/οι ήταν, αφενός η παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων στην Αγία Παρασκευή, και, αφετέρου η κατά πολλή βιαιότερη επέμβαση τους στην Κυψέλη. Στην Αγία Παρασκευή είδαμε μία καταστολή απέναντι στο «άραγμα της νεολαίας», ενώ στην Κυψέλη η αστυνομική παρέμβαση (υπέρμετρη άσκηση βίας, αναίτιες προσαγωγές και συλλήψεις, σβήσιμο φώτων στους δρόμους) ήταν ευρύτερη και δεν αφορούσε μόνο στο χώρο της πλατείας και στο ζήτημα του συνωστισμού. Βέβαια, συνωστισμός υπήρξε και την ημέρα των εγκαινίων της πλατείας Ομονοίας, εκεί, ωστόσο αντί για την επέμβαση της αστυνομίας είδαμε τον Μπακογιάννη να χαμογελάει ανενόχλητος και να βγάζει φωτογραφίες, αγκαλιάζοντας κόσμο. Εμείς αναρωτιόμαστε πώς στις πρώτες περιπτώσεις ο υγειονομικός κίνδυνος ήταν οξύτερος και αντιμετωπίστηκε με βία ενώ στην περίπτωση της Ομόνοιας, κατά τα λεγόμενα του δημάρχου, η πλατεία δεν αποτέλεσε μία «υγειονομική βόμβα» και κάποιες συστάσεις θεωρήθηκαν αρκετές για την αντιμετώπιση του συνωστισμού.

Γιατί η κρατική διαχείριση ήταν τόσο διαφορετική, με τις συστάσεις να απουσιάζουν; Ποιος ήταν ο κυβερνητικός στόχος;

Ξεκάθαρη στόχευση της κυβέρνησης ήταν η μετατροπή των νέων σε αποδιοπομπαίους τράγους της πανδημίας, αφού η ίδια μέσω των συστημικών της μίντια διαμόρφωσε ένα προφίλ απείθαρχων και θρασέων νέων που για χάρη της take awayκαλοπέρασης τους διακινδυνεύουν μία ολόκληρη κοινωνία. Κάτι τέτοιο όμως διαψεύδεται με τα τωρινά δεδομένα. Τα σχολεία, με προφανείς τις αντιδράσεις των επιστημόνων, άνοιξαν, μαγαζιά και χώροι εστίασης επαναλειτουργούν, η “κανονικότητα” επανέρχεται. Ο συνωστισμός άραγε υπάρχει μόνο στις πλατείες; Δε συνωστίζονται όσοι βρίσκονται σε λίγα τετραγωνικά μέτρα κλειστού χώρου για να παρακολουθήσουν ένα μάθημα, να κάνουν τα ψώνια τους, να πιουν τον καφέ τους; Προφανώς, συνωστισμός δημιουργείται ακούσια σε πολλούς χώρους, ωστόσο το αφήγημα της κυβέρνησης περί συνωστισμένων πλατειών υπερπροβάλλεται για να αποτελέσει ένα “πρόσφορο μέσο” δικαιολόγησης της κρατικής καταστολής που στόχο έχει να επιβάλλει το καθεστώς φόβου και τρόμου στις γειτονιές. Αν η κυβέρνηση, η οποία διαρκώς επικαλείται τη δημόσια υγεία ως το ύψιστο αγαθό προς προστασία, νοιαζόταν για αυτή και για το συμφέρον μας, τότε αντί για κατασταλτικά μέτρα θα αρκούνταν απλώς σε συστάσεις προς τους παρευρισκόμενους, όπως έγινε και στην πλατεία Ομονοίας.

Όμως, δεν το έκανε αυτό διότι, στην πραγματικότητα, η ίδια θέλει να μας απομακρύνει από τους ελεύθερους δημόσιους χώρους και να μας “επιβάλλει” δικούς της τρόπους διασκέδασης. Ήδη ο δημόσιος χώρος έχει συρρικνωθεί αρκετά με τις πρόσφατες ιδιωτικοποιήσεις στον Εθνικό Κήπο, το λόφο Φιλοπάππου, το πάρκο Τρίτση. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιδιώκουν την επέκταση της τακτικής αυτής και στο ζήτημα των πλατειών, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα, βάσει ευρωπαϊκής έρευνας, βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις κατάταξης για τα τετραγωνικά μέτρα πρασίνου ανά κάτοικο. Εν μέσω των δύσκολων συνθηκών της πανδημίας και με επικοινωνιακό πρόσχημα την παροχή βοήθειας προς τα μικρά και μεσαία καταστήματα που επλήγησαν από το lockdown, η κυβέρνηση κατέθεσε τροπολογία για την επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων σε κοινόχρηστους χώρους, γεγονός που συνεπάγεται λιγότερο χώρο στις πλατείες (!). Η ανέξοδη και αταξική ψυχαγωγία των νέων εκεί αποτέλεσε τροχοπέδη για τα κρατικά σχέδια των κερδοφόρων για το κεφάλαιο τρόπων διασκέδασης. Το μέτρο αυτό αλλά και πολλά ακόμη μέτρα που πάρθηκαν την περίοδο που διανύσαμε έγκλειστοι στα σπίτια μας, ερήμην μας, πιθανόν να μην είναι προσωρινά και έκτακτα, όπως χαρακτηρίστηκαν, αλλά να μας απειλούν με μία μονιμότητα.

Eν τέλει για εμάς πρόκειται για μια πολιτική σύγκρουση δύο αναλύσεων για τον δημόσιο χώρο: αυτής που υπαγάγει τον δημόσιο χώρο στην εμπορευματική λογική και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους και του κεφαλαίου και σε αυτήν που αντιλαμβάνεται το δημόσιο χώρο ως κοινό. Για εμάς κάθε δημόσιος χώρος αποτελεί έναν χώρο στον οποίο τα καταπιεζόμενα κομμάτια της κοινωνίας έχουν τη δυνατότητα να κοινωνικοποιούνται, να πολιτικοποιούνται, να ψυχαγωγούνται δίχως φραγμούς, ούτε ταξικούς ούτε οποιουδήποτε άλλου που αποκλείει τα υποκείμενα αυτά από άλλους χώρους, λόγω φύλου, χρώματος, φυλής, «αποκλίνουσας συμπεριφοράς». hypatia-h_47b5451359a5528d9b77cf4f4079d5e1-h_c66f169470efb565e398e0d3ced40ab8-768x432Οι πλατείες, τα πάρκα, οι δρόμοι είναι για εμάς πεδία αγώνα,  χώροι και με την πραγματική αλλά και με την φαντασιακή έννοια του όρου, όπου αποτελούν αντικείμενο των κοινωνικών μας αναπαραστάσεων. Οι κοινωνικές αυτές αναπαραστάσεις επηρεάζονται από τις συμπεριφορές μας. Στον δρόμο, στις πλατείες, στους χώρους που είναι προσβάσιμοι από όλες και όλους γεννιούνται συνειδήσεις. Γιατί ξεκινώντας από τη δημιουργία αντιπαραδειγμάτων στον δημόσιο χώρο, μακριά από λογικές αποκλεισμού, εμπορευματοποίσης, αλλά με γνώμονα την αλληλεγγύη, το όνειρο για μια άλλη κοινωνία προσπαθούμε να προβάλουμε τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να ζήσουμε, το κοινωνικό μας αντιπρόταγμα πως σε έναν κόσμο για λίγους δεν χωράει καμία και με βάση αυτό οραματιζόμαστε έναν κόσμο για όλους/ες.

Να σταθούμε, λοιπόν, όρθιες/οι σ’ έναν κόσμο που γυρίζει ανάποδα, παλεύοντας και διεκδικώντας τον δημόσιο χώρο, τον χώρο όπου κατεξοχήν ανήκει σε όλα τα καταπιεζόμενα υποκείμενα και σε καμία κοινωνική ελίτ.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s